Σας ενημερώνουμε ότι η χρήση των cookies επιτρέπει την αρτιότερη περιήγησή σας στην ιστοσελίδα μας. Επιλέξτε «Αποδοχή Cookies» για να συνεχίσετε ή «Περισσότερες Πληροφορίες» για να δείτε λεπτομερείς περιγραφές των τύπων cookies.

Περισσότερες Πληροφορίες
ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ

05 Νοεμβρίου 2023
Garamond 12 της Μαρίας Δριμή
article image
ΑΡΘΡΑ

 Garamond 12 της Μαρίας Δριμή.

Παρακολούθησα την παράσταση Garamond 12 στο θέατρο Πορεία την Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023. Δύο μέρες μόνο πριν τελειώσουν οι παραστάσεις του έργου.

Ένα καινούριο έργο, βγαλμένο από την σχολή πυροδότησης θεατρικής γραφής του θεάτρου Πορεία.

Αναρωτιόμουν πώς να είναι.

Μου φάνηκε ελκυστικός ο τίτλος του γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω ξανασυναντήσει έργο, που να παίρνει το όνομά του από μία γραμματοσειρά. Την Garamond 12. Σκέφτομαι  ότι οι υπολογιστές και οι γραμματοσειρές είναι μέρος της καθημερινότητας. Και άρα ότι το συγκεκριμένο έργο αφορά κάθε  χρήστη γραμματοσειρών.

Ωστόσο, όσο και ελκυστικός να ήταν ο τίτλος του έργου, δεν ήξερα τί να περιμένω.

Και τελικά είδα κάτι σαν έργο δωματίου. Ένα έργο, που διαδραματίζεται κυρίως στο σαλόνι ενός σπιτιού. Και σε αυτό το σπίτι, κατοικεί ένας συγγραφέας, που έχει να βγει χρόνια έξω. 27 για την ακρίβεια Ο συγγραφέας λέγεται Μάρκ Χάντερ (Mark Hunter) και έχει αγοραφοβία. Και ζει με την μητέρα του, την Μπεθ,( Beth- Elizabeth Hunter) που  είναι η μόνη του επαφή με τον έξω κόσμο. Μαζί τους κι ένας ακόμα ένοικος. Το φάντασμα του ομοφυλόφιλου θείου, που πέθανε από ΑΙDS πριν χρόνια. Ο Μάρκ νιώθει ότι ο θάνατος του θείου καλύπτεται από κάποιο μυστήριο. Δεν καταλαβαίνει καλά τί έχει γίνει. Όμως, από εκεί και πέρα, ο Μάρκ αρχίζει να κλείνεται στον εαυτό του και στο σπίτι και καταλήγει να μην βγαίνει πια στον έξω κόσμο.

H Μπεθ βγαίνει από το σπίτι, συναντά τις φίλες της, πηγαίνει στο θέατρο και βλέπει τον Άμλετ. Και αναπαριστά τόσο τέλεια το θεατρικό έργο, που βλέπει, ώστε ο Μάρκ νομίζει  ότι το έχει δει κι αυτός.

Κι όταν αργότερα, έρχεται ο Τζέικ,( Jake, δεν έχει επίθετο), ο γραμματέας του, Μάρκ, ο Μαρκ του μιλάει για την συγκεκριμένη παράσταση του Άμλετ σαν να την έχει παρακολουθήσει. Και καταφέρνει πράγματι να πείσει τον Τζέικ για αυτό.

Ο Μαρκ γράφει τα βιβλία του κλεισμένος στο σπίτι, μέσα από τις διηγήσεις της Μπεθ, τα διαβάσματά  του και ό,τι θυμάται από τότε, που έχει να βγει στον έξω κόσμο. Όμως τα βιβλία του κάποια στιγμή έχουν πολύ μεγάλη επιτυχία. Ο Μαρκ επιβάλλεται να βγει από το σπίτι για να παρευρεθεί σε  παρουσιάσεις βιβλίων και βραβεύσεις, αλλά η αγοραφοβία του τον εμποδίζει. Κι έτσι, αντί να την υπερνικήσει  και να βγει προς τα έξω, αποφασίζει να χωθεί ακόμα πιο μέσα. Και να προσλάβει έναν γραμματέα, έναν υπάλληλο-άβαταρ, που θα τον υποδυθεί και θα τον αντικαθιστά σε όλες τις εκδηλώσεις.

Κι έτσι, προσλαμβάνει τον Τζέικ. Έναν απόφοιτο φιλολογίας και επίδοξο συγγραφέα. Ο οποίος στην αρχή αρνείται την θέση, ως απάτη, αλλά μετά την προσφορά μιας μεγάλης, δελεαστικής χρηματικής  αμοιβής, την αποδέχεται. Και όλα πάνε καλά, μέχρι την στιγμή, που ο Τζέικ γνωρίζει την Κάρεν Τρουθ,( Karen Truth), μια μεταφράστρια και επίδοξη  συγγραφέα και την ερωτεύεται. Αλλά της συστήνεται ως Μαρκ. Και στην συνέχεια, την φέρνει στο σπίτι, όπου της συστήνει τον πραγματικό Μαρκ και την μητέρα του την Μπεθ. Αρχικά τους συστήνει ως την μητέρα του και τον αδελφό του και στην συνέχεια, της αποκαλύπτει την αλήθεια. Η Κάρεν λοιπόν συμμετέχει στο μυστικό-απάτη και δέχεται να έχει σχέση με τον Τζέικ, ο οποίος στον έξω κόσμο, παρουσιάζεται σαν Μάρκ. Ωστόσο, το ζευγάρι φαίνεται να δρα ευεργετικά για τον Μαρκ. Επειδή τον βγάζουν σταδιακά στον έξω κόσμο. Πρώτα μια βόλτα με το αυτοκίνητο, ύστερα ποτά μέσα στο σπίτι, μετά ποτά έξω από το σπίτι, ύστερα μία εκδρομή, μια μετακόμιση και τέλος μια δική τους επιχείρηση. Ο Τζέικ και η Κάρεν φεύγουν από το πατρικό του νοικιάζουν ένα διαμέρισμα. Και δίπλα τους μετακομίζει και ο Μαρκ. Όταν το έργο τελειώνει, οι τρείς τους, ( η Κάρεν, ο Τζέικ και ο Μάρκ) ,σκέφτονται να  φτιάξουν έναν  δικό τους εκδοτικό οίκο. Τον Garamond 12. Η συγκεκριμένη γραμματοσειρά, που είναι η αγαπημένη του Μαρκ, θα χρησιμοποιείται για όλα τα βιβλία.

Κι ενώ θα περιμέναμε με το φεύγει ο Μαρκ από το σπίτι να ανακουφιστεί η μητέρα του και πλέον να βγαίνει περισσότερο με τις φίλες της και να πηγαίνει στο θέατρο, ευχαριστημένη που επιτέλους ο γιός της βρήκε τον δρόμο του, ξαναβγήκε στον κόσμο, και αρχίζει να κοινωνικοποιείται,  εκείνη κλείνεται στο σπίτι και πίνει και μοιάζει σαν να μην μπορεί να απολαύσει  την ελευθερία της και σαν τελικά να εστιάζει περισσότερο στην μοναξιά της. Και σαν η μητέρα και ο γιος να αλλάζουνε θέσεις. Κι ενώ ο Μάρκ μοιάζει να απελευθερώθηκε από το φάντασμα, φαίνεται σαν το φάντασμα να αιχμαλωτίζει την μητέρα. Σαν να ζει σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, είτε αντιλαμβάνεται την παρουσία του φαντάσματος, είτε όχι.  Δεν  ξέρουμε πως εξελίσσεται το έργο, αν ο Μαρκ θα πετύχει και θα ευτυχήσει στον έξω κόσμο, αν οι φίλοι του αποδειχτούν απατεώνες ή παραμείνουν έντιμοι, ή  αν  αποτύχει και επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι, στην μητέρα του και στον εγκλεισμό του. Δεν ξέρουμε πως θα εξελιχτούν όλα αυτά. Είναι στον θεατή να αποφασίσει. Καταλαβαίνουμε ότι μάλλον όλα θα πάνε καλά.

Μου άρεσε πολύ το συγκεκριμένο έργο. Μου άρεσαν πολύ οι χαρακτήρες του και η δομή του.

Μου άρεσε πολύ η αναφορά στον Άμλετ του Σαίξπηρ και έχω την αίσθηση ότι δεν είναι τυχαία.

Ο Άμλετ αναφέρεται αρχικά ως το θεατρικό έργο, που παρακολουθεί η Μπεθ μαζί με τις φίλες της.

Το περιγράφει στον Μαρκ τόσο ζωντανά, που είναι σαν να το επαναφέρει στην σκηνή. Σαν να το ζει, σαν να είναι ηθοποιός η ίδια, προσπαθώντας ίσως να δώσει στον Μαρκ ψήγματα ζωής και έξω κόσμου.

Στην διάρκεια της αναπαράστασής της, η Μπέθ λούζεται με ένα γαλάζιο, παγωμένο φως, που θυμίζει πάρα πολύ την σκηνή του θεάτρου. Θυμίζει όμως πάρα πολύ και το βόρειο σέλας, που βλέπουμε συχνά στην Δανία, στην πατρίδα του Άμλετ.

Τον Άμλετ θυμίζει επίσης και το σπίτι του Μάρκ και της Μπέθ. Ένα σπίτι, που φαντάζει σκοτεινό, σαν περίκλειστο κάστρο. Σαν οι ένοικοί του να χρειάζονται άδεια εισόδου και εξόδου. Και σαν κάποιος αόρατος φρουρός να περιορίζει και να εγκλωβίζει τον Μάρκ. Όμως, ταυτόχρονα, αυτός ο φρουρός δίνει άδεια εξόδου στην Μπέθ.

Τον Άμλετ θυμίζουν τέλος οι χαρακτήρες του έργου. Ένα φάντασμα, ένας πατέρας απών, μία μητέρα, ένας γιος και οι φίλοι του γιου. Ένας Οράτιος μάλλον και μία Οφηλία.

Στον Άμλετ βλέπουμε το φάντασμα του δολοφονημένου πατέρα, που επισκέπτεται τον γιό του για να του ζητήσει να εκδικηθεί την δολοφονία του. Στο Garamond 12, ο πατέρας έχει πεθάνει πολλά χρόνια πριν και δεν αναφέρεται η αιτία θανάτου του. Δεν αναφέρεται επίσης πολύ ως πρόσωπο. Μόνο κάποιες, ελάχιστες αναφορές στις συζητήσεις της Μπέθ και του Μάρκ. Δεν βλέπουμε επίσης το φάντασμα του πατέρα στο Garamond 12. Βλέπουμε το φάντασμα του θείου. Μαθαίνουμε επίσης ότι ο Μαρκ είχε πολύ στενή σχέση με τον θείο του κι ότι η Μπέθ προσπαθούσε να τον απομακρύνει και να τον προστατέψει από  αυτόν.

Στον Άμλετ, ο θείος συνεργάζεται με την μητέρα, σκοτώνουν τον πατέρα, παντρεύονται και καταλαμβάνουν την εξουσία. Κι έτσι παραμερίζουν τον Άμλετ, τον νόμιμο διάδοχο του θρόνου. Όταν ο Άμλετ μαθαίνει από το φάντασμα του πατέρα του ότι τον δολοφόνησαν, αλλάζει τελείως συμπεριφορά, παριστάνει τον τρελό, καταστρώνει την εκδίκησή του, αλλά έχει άδοξο τέλος. Οι ήρωες του έργου πεθαίνουν, εκτός από έναν, που θα αφηγηθεί την ιστορία στις επόμενες γενιές.

Στον Garamond 12 πάλι, το φάντασμα δεν αλληλοεπιδρά με τους ήρωες του έργου. Μοιάζει με κούκλα και παρουσιάζεται έτσι. Μια κούκλα-ξυλοπόδαρος, που ανήκει στα παιδικά παιχνίδια, στην σφαίρα της παιδικής ηλικίας. Μια υπερφυσικού μεγέθους μαύρη κούκλα, που θα μπορούσε να μοιάζει με εφιάλτη. Μια κούκλα, που ίσως τελικά να μην υπάρχει, παρά μονάχα στην φαντασία του Μάρκ. Και στην πραγματικότητα μάλλον αντικατοπτρίζει τις σκέψεις του θείου για τον θάνατό του, που μάλλον τον στοιχειώνουν. Και τελικά το Garamond 12 και ο Άμλετ μοιάζει να είναι  παράλληλες ιστορίες.

Με εντυπωσίασε το γεγονός ότι το Garamond 12 δεν διαδραματίζεται στην Ελλάδα, όπως τα περισσότερα ελληνικά έργα. Διαδραματίζεται στο Λονδίνο, τον τόπο όπου γράφτηκε ο Άμλετ κι έχει έτσι την δυνατότητα να παίξει με αναφορές στην αγγλική κουλτούρα, όπως είναι ο Άμλετ και όπως είναι τα ονόματα των ηρώων του έργου.

Αναρωτιέμαι γιατί η συγγραφέας να διάλεξε τα συγκεκριμένα ονόματα, τί να σημαίνουν ετυμολογικά και τί να συμβολίζουν.

Και ξεκινώ με την Μπεθ,( Beth-Elizabeth) Xάντερ,(Hunter). To όνομά της είναι εβραϊκό και σημαίνει «Αυτή που υποστηρίζει ο Θεός». Και ενδεχομένως αυτή η ετυμολογία να δικαιολογεί την θέση της Μπέθ στην οικογένειά της. Η Μπεθ είναι η αρχηγός της οικογένειας, ένα πρόσωπο, που κατά κάποιο τρόπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει απόλυτη εξουσία. Και ελλείψει συζύγου, νομιμοποιείται να το κάνει αυτό σε μία πατριαρχική κοινωνία. Όπου σε κάποιες μορφές της, η εξουσία μεταβιβάζεται από τον πατέρα στην μητέρα και όχι στον γιο, ειδικά αν ο γιός είναι ανήλικος. Η Μπέθ λοιπόν, συμπεριφέρεται στον Μάρκ σαν να είναι ανήλικος. Δεν τον αφήνει να ανεξαρτητοποιηθεί και να μεγαλώσει. Να ζήσει ελεύθερος και να αποκοπεί από εκείνη. Τέλος, το όνομα Μπέθ, παραπέμπει στην  Ελισάβετ Α’, βασίλισσα της Αγγλίας, την εποχή του Σαίξπηρ. Μία παντοδύναμη γυναίκα και συμβολικά, μια μεγάλη μητέρα για όλους τους υπηκόους της., που όμως τους οδήγησε στην αναγέννηση και στην ακμή και τους άφησε να ταξιδέψουν στα πέρατα του κόσμου. Οπότε μήπως τελικά, η Μπεθ προσπάθησε να βοηθήσει τον Μάρκ; Μήπως το γεγονός ότι ο Μάρκ είναι απόφοιτος του Cambridge έστω και δια αλληλογραφίας ΄και το γεγονός ότι ο Μάρκ βιοπορίζεται από την συγγραφή του ήταν κυρίως δική της πρωτοβουλία και δικό της επίτευγμα, ένας τρόπος για να μην αποκοπεί εντελώς ο Μάρκ από τον κόσμο; Μπορεί να είναι αποκομμένος από τον έξω κόσμο ως φυσική παρουσία, αλλά αλληλογραφεί μαζί του. Έστω κι αν το κάνει μέσω μιας γραμματοσειράς, που φαντάζει παλιά στα αγγλικά και που στα ελληνικά γράφει σε πολυτονικό. Την Garamond 12.

Η Μπέθ και ο Μάρκ, λέγονται Χάντερ,( Hunter), που στα αγγλικά σημαίνει κυνηγός. Τί θα μπορούσαν να κυνηγούν; Την ευτυχία και την επαγγελματική επιτυχία, την συναισθηματική ελευθερία  ίσως και μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Το όνομα Μάρκ ( Μarcus), είναι ρωμαϊκό και σημαίνει αυτός που σχετίζεται με τον Άρη, τον θεό του πολέμου. Ένας καλός πολεμιστής. Ένας καλός στρατιώτης ίσως. Ένας άνθρωπος πειθαρχημένος και αρκετά ανθεκτικός, που κυνηγάει τους στόχους του. Στα αγγλικά όμως, το όνομα Marcus γίνεται Mark και στα αγγλικά αυτό το όνομα σημαίνει σημάδι.Mark λοιπόν είναι κάποιος, που θα αφήσει το σημάδι του στον κόσμο. Και ο Μαρκ Χάντερ θέλει να γίνει ένας επιτυχημένος συγγραφέας κι έτσι θα αφήσει το σημάδι του στον κόσμο. Το όνομά του Μάρκ παραπέμπει και στους Ρωμαίους αυτοκράτορες, όπως για παράδειγμα ο Μάρκος Αυρήλιος. Ένας αυτοκράτορας-φιλόσοφος, που εκτός των άλλων, ήταν αυτοκράτορας και της Αγγλίας. Βασίλευε δηλαδή στο ίδιο τμήμα των Βρετανικών νησιών , που βασίλευε και η Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας. Και αυτό τους συνδέει. Είναι κατά κάποιο τρόπο πρόγονός της. Ρωμαίος Αυτοκράτορας, Βασιλιάς της Βρετανίας και ηγεμόνας μιας ακμάζουσας  ακόμα αυτοκρατορίας. Τουλάχιστον εδαφικά και οικονομικά. Παραπέμπει ακόμα στην αγάπη και στον θαυμασμό, που είχαν οι Βρετανοί της εποχής του Σαίξπηρ για τους Ρωμαίους και για το ό,τι σταδιακά αρχίζουν να νιώθουν και να θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους των Ρωμαίων. Ο Σαίξπηρ τέλος, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, χρησιμοποιεί πολύ την Ρωμαϊκή ιστορία και λογοτεχνία στην θεματολογία των έργων του. Και έτσι ο Μάρκ και η Μπέθ Χάντερ, πέρα από την προφανή σχέση τους, της μητέρας και του γιου, συνδέονται και συμβολικά.

O γραμματέας του Μάρκ, ο Τζέικ, (Jake) είναι ο μόνος ήρωας του έργου, που δεν έχει επίθετο.

Και το όνομά του στα αγγλικά, στην καθομιλουμένη και στην αργκό, σημαίνει αντικαταστάτης. Και αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος του Τζέικ στο έργο. Να αντικαθιστά τον Μάρκ.

Και τέλος η Κάρεν Τρουθ, ( Karen Truth), είναι μία κοπέλα, που το όνομά της, το Κάρεν, προέρχεται από το Κάθριν και το Αικατερίνη και σημαίνει καθαρή, αγνή. Και το επίθετό της, το Τρουθ, σημαίνει αλήθεια. Και αυτός είναι ο ρόλος της στο έργο. Ο άνθρωπος που ανακαλύπτει την αλήθεια πίσω από την μυστική συμφωνία του Μάρκ και του Τζέικ. Κι έτσι, όταν μαθαίνει την αλήθεια, βγάζει τα πράγματα από την λήθη τους. Και αποδεικνύεται ο καταλύτης της ιστορίας γιατί σπάει τον εγκλεισμό του Μάρκ.

Και τέλος, όλα τα ονόματα, η Μπέθ, ο Μαρκ, η Κάρεν και ο Τζέικ είναι ονόματα που χρησιμοποιούνταν πάρα πολύ στην Αγγλία της εποχής του Σαίξπηρ. Και πολύ συχνά τα επίθετα της εποχής εκείνης, ήταν λέξεις, όπως εδώ το Hunter και το Truth, που κάτι σήμαιναν και συχνά υποδήλωναν το χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που έφερε την συγκεκριμένη λέξη ως επίθετο. Λειτουργούσε κάπως σαν παρατσούκλι δηλαδή.

Πέρα από το κείμενο, μου άρεσε πολύ και η παράσταση. Το σκηνικό ανέβασμα του έργου.

Μου άρεσαν πολύ ο φωτισμός και η μουσική και κυρίως οι εναλλαγές στις υφές και στην πυκνότητα, που αναδεικνύουν και τονίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αλλαγές στην ατμόσφαιρα του έργου. Έτσι, η πυκνή συμφωνική γραφή, δίνει την θέση της σε ένα ξυλόφωνο σχεδόν παιδικό και αργότερα σε έναν ξέφρενο, χαρούμενο και κεφάτο χορό. Και ο φωτισμός ενός αστικού σπιτιού δίνει για λίγο την θέση του στον φωτισμό του θεάτρου σε ένα γαλάζιο φως, μοιάζει με θεατρική σκηνή και πολικό αστέρα.

Μου άρεσε επίσης πάρα πολύ η κίνηση των ηθοποιών. Ήταν πολύ λεπτοδουλεμένη και καλοκουρδισμένη και ταίριαζε πολύ στον ρυθμό του έργου. Μου άρεσε πολύ ο χορός τους, η ευκολία των ηθοποιών στην εκτέλεσή του, η δύναμή τους και η χαρά τους.

Τέλος, μου άρεσαν πάρα πολύ τα ρούχα των ηρώων.

Τα κατάμαυρα ρούχα της Μπεθ με τις ασημένιες λεπτομέρειες, που έμοιαζε σαν να ζει στον Μεσαίωνα. Ή σαν να παρέπεμπε στους πουριτανούς της εποχής του Σαίξπηρ. Το ίδιο και η περούκα της παρέπεμπε στην Αναγέννηση κι αυτή. Δείχνοντας επίσης κάτι ψεύτικο. Κάτι σαν άβαταρ κι αυτή. Πανέμορφα, περιποιημένα μαλλιά, που όμως δεν ήταν δικά της. Καλύπτουν κάποια όχι τόσο όμορφα μαλλιά κατά την γνώμη της. Φαίνεται σαν να μην της αρέσουν τα μαλλιά της.

Μου άρεσαν επίσης πολύ τα ρούχα του Μαρκ. Τα παντοφλάκια του, που είναι σαν παιδικά κουκλάκια και απεικονίζουν καβούρια. Και πέρα από την νοσταλγία της παιδικής του ηλικίας και την δυσκολία ενηλικίωσής του, τα παντοφλάκια-καβουράκια, μου θύμισαν την φράση «Καβούρια έχουν τα πόδια του», που σημαίνει ότι είναι κολλημένος σε ένα σημείο. Κι ακόμα κι α μπορεί να κινηθεί, σίγουρα δεν μπορεί να προχωρήσει. Γιατί τα καβούρια πάνε μόνο πίσω και στο πλάι. Δεν πηγαίνουν μπροστά.

Μου άρεσε επίσης πάρα πολύ η μαύρη μεταξωτή του ρόμπα με τις δαντέλες στα μανίκια. Έμοιαζαν με ιστούς αράχνης αυτές οι δαντέλες. Μου θύμισαν την Μις Χάβισαμ στις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς, που ζει κλεισμένη σε ένα κατασκότεινο, αραχνιασμένο σπίτι, φορώντας ακόμα το νυφικό της και παραμένοντας κολλημένη στο ίδιο σημείο για πολλά χρόνια. Και το αραχνιασμένο σπίτι αρχίζει να μετατρέπεται σε στοιχειωμένο. Το σπίτι του Μάρκ φαίνεται πολύ καθαρό και καθόλου αραχνιασμένο. Ωστόσο, είναι στοιχειωμένο, επειδή ο ένας από τους ενοίκους του είναι φάντασμα. Εκτός κι αν είναι στοιχειωμένη η ψυχή του Μάρκ, αφού μόνο αυτός βλέπει το φάντασμα. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο Μάρκ πρέπει να βγάλει την αραχνιασμένη ρόμπα και τα παντοφλάκια καβουράκια για να βγει έξω. Γιατί αυτά τον κρατάνε δέσμιο. Πρέπει να τα αποχωριστεί για να ελευθερωθεί. Και μάλλον, επειδή τα καταφέρνει να τα αποχωριστεί, είναι σημάδι ότι θα πετύχει.

Ο Τζέικ πάλι φορά συνηθισμένα ρούχα, καθημερινά. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, χωρίς ιδιαίτερη προσωπικότητα, που προσποιείται ότι είναι κάποιος άλλος.

Η Κάρεν φοράει ένα ασπρόμαυρο φόρεμα με γιακαδάκι λευκό  και φουσκωτά μανίκια, λευκά σοσόνια και μαύρα μοκασίνια με αγκράφες. Και τα μαλλιά της είναι χτενισμένα σε γαλλική κοτσίδα.

Μοιάζει πολύ με μαθήτρια ή με δακτυλογράφο. Με ένα από εκείνα τα κορίτσια, που στις αρχές του 20ου αιώνα κέρδιζαν την ζωή τους γράφοντας σε γραφομηχανή. Και χρησιμοποιούσαν γραμματοσειρές σαν την Garamond 12. Τα ρούχα της επίσης παραπέμπουν στα μεσαιωνικά και αναγεννησιακά ρούχα, τα μαύρα ρούχα των Πουριτανών και στα μαύρα μοκασίνια της με την αγκράφα. Και τέλος παραπέμπουν τα ρούχα της στα τέλη του 20ου αιώνα, όταν τα μεσαιωνικά και αναγεννησιακά ρούχα τροποποιήθηκαν και προσαρμόστηκαν και εντάχτηκαν και πάλι στην μόδα.

Κι έτσι, ενδυματολογικά, η Κάρεν μοιάζει να συνδέεται με την Μπεθ. Φορούν περίπου τα ίδια χρώματα κι έχουν περίπου το ίδιο βασικό στυλ. Και μοιάζει κάπως σαν η Κάρεν να διαδέχεται την Μπεθ. Κάτι, που κατά κάποιο τρόπο συμβαίνει στο τέλος του έργου, όταν οι νεότεροι ήρωες του έργου μετακομίζουν.

Η σκηνική παρουσίαση του έργου μου άρεσε πάρα πολύ. Κι αναρωτήθηκα για τα βαθύτερα νοήματά του. Γιατί ενδιαφέρει εμάς αυτή η ιδιότυπη ιστορία; Είναι κάπως ξεπερασμένη η θεματολογία της ή μας αφορά σήμερα;

Νιώθω ότι όλοι τελικά χρησιμοποιούμε άβαταρ. Μία εικόνα , που αντικαθιστά το πρόσωπό μας στα social media και ένα προσωπείο στον πραγματικό κόσμο. Το προσωπείο όμως και το άβαταρ είναι παραδοσιακά συστατικά του θεάτρου. Η χρήση της μάσκας. Και είναι πολύ ενδιαφέρον ότι μιλάμε για μάσκες σε ένα θεατρικό έργο. Σαν η συζήτηση περί μάσκας, να επιστρέφει στον φυσικό της χώρο.

Μάσκα όμως ως προστασία και κάλυψη χρησιμοποιούσαμε τα τελευταία δύο χρόνια υποχρεωτικά για να αντιμετωπίσουμε τον Covid 19. Kαι ζούσαμε σε κατάσταση εγκλεισμού και σχεδόν αλληλοεπιδρούσαμε μόνο μέσα από τους υπολογιστές. Και τα social media. Κι έτσι, σε αυτές τις ιδιότυπες συνθήκες ζωής χρησιμοποιούσαμε μάσκα και άβαταρ ταυτόχρονα. Και μοιάζαμε έτσι αρκετά με τον Μάρκ. Αλλά ο Μάρκ σε αντίθεση με εμάς δεν αλληλοεπιδρά. Και χρησιμοποιεί τον υπολογιστή του περισσότερο σαν γραφομηχανή , επιλέγοντας μάλιστα μια παλιά γραμματοσειρά.

Επίσης, λόγω Covid, κλειστήκαμε στο σπίτι ακριβώς όπως και ο Μάρκ. Και βιώσαμε μια πολύ παρόμοια συνθήκη, παρόλο που οι λόγοι ήταν διαφορετικοί.

Κι ωστόσο, πέρα από αντικειμενικές συνθήκες, που μπορεί να οδηγήσουν σε εγκλεισμό, μπορεί κάποιοι να έχουν εγκλωβιστεί μέσα στην καθημερινότητά τους και να μην αλληλοεπιδρούν με τους άλλους ουσιαστικά. Όχι πέρα από τα απαραίτητα της καθημερινότητας. Και άλλοι πάλι, ζουν μέσα από την οθόνη.

Και ο Μάρκ βγήκε από το σπίτι με κινήσεις πολύ καθημερινές, που κάνουμε όλοι. Έβγαλε την ρόμπα του και τις παντόφλες του, φόρεσε παπούτσια και σακάκι και βγήκε. Τόσο απλά και καθημερινά.

Σκέφτομαι τέλος, ότι το έργο θα μπορούσε να είναι μία φάρσα, μία ονειροφαντασία, κάτι που θα έβλεπε κάποιος στον ύπνο του, σαν αλλόκοτη, δυστοπική κατάσταση και σαν εφιάλτη και μετά θα ξυπνούσε.

Και τελικά, μετά από όλα αυτά, νιώθω ότι ήταν μια εξαιρετική παράσταση. Με εξαιρετικό κείμενο και εκπληκτική σκηνική απόδοση και ερμηνείες.

Ένα μοναδικό έργο, σαν ονειροφαντασία, σα παραμύθι, σαν πραγματικότητα άλλων δεκαετιών, που όμως με ένα τρόπο μιλά για πολύ σημαντικά θέματα της εποχής μας. Και της σημερινής πραγματικότητας.

Σας ευχαριστούμε πολύ!!

Μαρία Γλυνού

2/11/2023

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ