Σας ενημερώνουμε ότι η χρήση των cookies επιτρέπει την αρτιότερη περιήγησή σας στην ιστοσελίδα μας. Επιλέξτε «Αποδοχή Cookies» για να συνεχίσετε ή «Περισσότερες Πληροφορίες» για να δείτε λεπτομερείς περιγραφές των τύπων cookies.

Περισσότερες Πληροφορίες
ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ

25 Οκτωβρίου 2023
Το «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν στο «Αριστοτέλειον» | Κριτική
article image
ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Πρόλογος

Το 1879 το έργο έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στην Ευρώπη. Ανάμεσα στις πολυτάραχες καινούργιες διεκδικήσεις που φούντωσαν από τα μέσα του περασμένου αιώνα, ανάμεσα σε έθνη που απαιτούσαν την ανεξαρτησία τους και σε κατηγορίες εργατών που ζητούσαν την θέση τους κάτω από τον ήλιο, στην πρώτη – πρώτη γραμμή βρίσκεται και ο φεμινισμός, ζητώντας να λυτρώσει το μισό ανθρώπινο γένος από την εκμετάλλευση του άλλου μισού. Μια τέτοια διεκδίκηση, δεν ήταν δυνατόν να φανταστεί κανείς πως ο Ίψεν δε θα την αγκάλιαζε.

Το καινούργιο δράμα προκάλεσε αντιδράσεις, παρουσιάζοντας την περίπτωση μιας γυναίκας που δε θέλει να είναι μονάχα γυναίκα, σύζυγος και μητέρα, μα πάνω από όλα απαιτεί να ανήκει στον εαυτό της. Η Νόρα, καθώς έρχεται αντιμέτωπη με μια άγρια απειλή ανακαλύπτει ξαφνικά τη σκληρή πραγματικότητα που ως τότε αγνοούσε. Αντιλαμβάνεται ότι πάνω από κάθε τι έχει ένα καθήκον προς τον εαυτό της : τη συναίσθηση των δικαιωμάτων της.

Το έργο έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο της Κοπεγχάγης στις 21 Δεκεμβρίου 1879, όμως είχε εκδοθεί νωρίτερα εκείνο το μήνα. Μάλιστα το 2006, στην εκατονταετία από τον θάνατο του Ίψεν, «Το Κουκλόσπιτο» διακρίθηκε ως το πιο δημοφιλές στον κόσμο εκείνη τη χρονιά.

Υπόθεση

«Το Κουκλόσπιτο» είναι η ιστορία μιας γυναίκας, που ξαφνικά ξυπνά και βλέπει την πραγματική οικογενειακή της κατάσταση, βλέπει το «ζωτικό ψεύδος» πάνω στο οποίο βάσισε τη ζωή της. Παντρεύτηκε και έκανε παιδιά με έναν «άγνωστο», κάποιον που πάντα τη μεταχειριζόταν σαν παιδί και τη θεωρούσε κτήμα του. Γι’ αυτόν τον λόγο παραιτείται από την παλιά ζωή της και την κίβδηλη υπόσταση του «κουκλόσπιτού» της. Νιώθει ότι πρέπει να βγει έξω στην πραγματικό πλάση.

Εκεί θα κάνει το πρώτο βήμα σε έναν κόσμο διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο μοναχικό, όμως έναν κόσμο που θα της δίνει ελπίδα για κάτι καλύτερο. Σχολιάζοντας την κατάστασή της σε επιστολή του ο Ίψεν, σημειώνει: «Η στιγμή που αφήνει το σπίτι της είναι η στιγμή που αρχίζει η ζωή της… Σ’ αυτό το έργο υπάρχει ένα μεγάλο, ενήλικο παιδί, η Νόρα, που πρέπει να βγει έξω στη ζωή να ανακαλύψει τον εαυτό της»

Ανάγνωση

Όταν ο ΄Ιψεν κρατούσε σημειώσεις για να γράψει τη «Νόρα ή το Κουκλόσπιτο» ήταν κι ο ίδιος πεπεισμένος πως έγραφε ένα κοινωνικό έργο. Μόνο που, όντας δημιουργός, πήγε μακρύτερα από τους αρχικούς σκοπούς του κι έδωσε στη σκηνή ένα δράμα που ξεπερνά σε βάθος και σε προέκταση την οσοδήποτε έντεχνη κριτική ενός θεσμού, σε μια ορισμένη εποχή και σε μια ορισμένη κοινωνία. Οπότε, το επίθετο «διαχρονικό» δικαιολογείται απόλυτα στο έργο.

Ο Ίψεν με το έργο του πέτυχε να αποδομήσει τη σκέψη μιας σύσσωμης κοινωνίας. «Το Κουκλόσπιτο» απαρνείται τους βερμπαλισμούς και αγκαλιάζει την λιτότητα του ρεαλιστικού τρόπου έκφρασης. Πρωταγωνίστρια είναι η Νόρα, μία από τις πολλές γυναίκες της Νορβηγικής –και όχι μόνο- κοινωνίας, στην ολοκλήρωση της οποίας εμπόδιο στέκεται η ανδροκρατούμενη γνώμη. Η Νόρα γίνεται μία μαρτυρία, ένα σύμβολο, μια απόδειξη ότι υπήρχαν και υπάρχουν φωνές ενάντια σε οτιδήποτε νόθο έχει εγκολπιστεί η κοινωνία που εμείς απαρτίζουμε.

Το αξιοπερίεργο με την ιστορία του έργου, συνιστά το ότι η ιδέα του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Πυρήνας και έμπνευση αποτελεί το πρόσωπο της Λόρα Κέιλερ, συγγραφέως και καλής φίλης του Ίψεν. Στην πραγματικότητα η ιστορία της Νόρας και του Τόρβαλντ ήταν σχεδόν εξολοκλήρου το προσωπικό δράμα των Κέιλερ.

Ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας του συζύγου αναγκάζει τη Λόρα να δανειστεί κρυφά ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Μετά την αντιμετώπιση της νόσου στο εξωτερικό και την πολύχρονη διατήρηση του κρυφού μυστικού από τον σύζυγό της, η αλήθεια κερδίζει. Τότε, ο σύζυγος της Λόρα την χωρίζει κερδίζοντας την επιμέλεια των παιδιών και την κλείνει σε ψυχιατρική κλινική. Ωστόσο, η Λόρα δεν συγχώρησε ποτέ τον Ίψεν, ο οποίος θυσίασε στον βωμό της τέχνης το ένοχο μυστικό της.

Μπορεί η θέση της γυναίκας να κατοχυρώθηκε, σε σημαντικό βαθμό, θεσμικά και οι ρόλοι της να εναρμονίστηκαν με την προσωπική της ευημερία,αλλάμιλάμε για μια ολοκληρωτική αποδέσμευσηαπό έναν ανδροκρατικό τρόπο σκέψης, από μία βιομηχανία της πατριαρχίας που γαλουχεί την κοινωνία πολλές φορές ασυνείδητα.

Η πραγματική αλλαγή θα σημειωνόταν αν δεν υπήρχε καμία Νόρα ανάμεσά μας. Δυστυχώς, όμως, στον 21ο αιώνα υπάρχουν εκατοντάδες φωνές εκεί έξω, που εντοπίζουν στην Νόρα τον εαυτό τους. Μία γυναίκα που φοβούνται να διεκδικήσουν, μία Νόρα που δικαιούνται. Ο Ίψεν, το 1879, κραυγάζει πως η Νόρα υπάρχει ανάμεσά μας. Για αυτόν ήταν μία φίλη.Για εμάς, άλλοτε είναι ένα πρόσωπο άγνωστο στον δρόμο, άλλοτε ο εαυτός μας.

Η παράσταση

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου οργάνωσε μια αρκούντως πετυχημένη παράσταση.
Ξεκινώντας από το κείμενο, σε συνεργασία με την Έρι Κύργια, αναδεικνύει τα κύματα εναλλαγών στην ψυχολογική κατάσταση της Νόρας, δημιουργεί μία ατμοσφαιρική εικαστική παράσταση, μεταφέροντας το «Κουκλόσπιτο» από το μακρινό 1879 στο σήμερα. Εστιάζει στον συναισθηματικό κόσμο της Νόρας και στην ψεύτικη εικόνα μιας φαινομενικά οικογενειακής ευτυχίας. Το πολυτελές περιτύλιγμα μιας άψογα πλασματικής οικογένειας, ξετυλίγεται σιγά – σιγά και ελευθερώνει την σαθρότητα και την ψεύτικη εικόνα συζυγικών και φιλικών σχέσεων.

Η παρασταση πραγματεύεται τους θεσμούς, τη σχέση του ζευγαριού, εμβαθύνει στο θέμα της συμβίωσης που πρέπει να έχει υψηλό περιεχόμενο. Περνάει στην αίθουσα εύστοχα και αποτελεσματικά ότι το έργο είναι το δράμα μιας ψυχής, η εσωτερική κατάρρευση ενός πλάσματος που εμπιστευόταν τους άλλους.

Αντιλαμβανόμαστε ότι η Νόρα προκειμένου να σώσει τη ζωή του άνδρα της κάνει μια λάθος κίνηση και όταν απεκαλύφθη το μυστικό της, δε στηρίχθηκε, αλλά ταπεινώθηκε και προπηλακίστηκε από τον άνδρα της.

Η σκηνοθεσία καθοδηγεί τη Νόρα με τρόπο, ώστε να ανήκει στα πλάσματα εκείνα που θέλουν τον κόσμο ωραίο και ιδανικά φτιαγμένο, δεν ενδίδουν, δε συμβιβάζονται, προτιμούν να καταστραφούν. Αυτή η «κούκλα» δεν είναι ένας συνηθισμένος τύπος γυναίκας. Φεύγει από το σπίτι της, γιατί πιστεύει πως δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να μεγαλώσει τα παιδιά της. Το τραγικό είναι ότι όλα δεν διορθώνονται με νομοθετικές διατάξεις.

Αυτή η συνεχής αποκάλυψη των μυστικών εντός του ρόλου και των άγνωστων δυνάμεων τού ταλέντου που τον υπηρετεί, αυτή η αδιάλειπτη, η καθαρή, η απλή αποκάλυψη που προχωρεί απαλλαγμένη από κάθε μέλημα προβολής ευρημάτων, αυτή η σοφία που διατηρεί την όψη της αφέλειας, μας κρατάει καθηλωμένους στο πρόσωπο της Νόρας και στο δημιουργικό και αποκαλυπτικό δαιμόνιο που το κινεί και το μεταμορφώνει.

Η Νόρα της Λένας Παπαληγούρα θα μας μείνει στη μνήμη, σ’ έναν ρόλο, που λάμπρυναν με τις ερμηνείες τους «ιερά τέρατα» του ελληνικού θεάτρου, όπως Κυβέλη (1907), Κατερίνα (1942), Βάσω Μανωλίδου ( 1964), Αντιγόνη Βαλάκου ( 1974).

Οι υπόλοιποι ρόλοι είναι σωστά μοιρασμένοι. Ο Νικόλας Παπαγιάννης είναι ένας ευτυχής και τρυφερός κάτοχος της «κούκλας». Ο Χρήστος Σαπουντζής ψυχολογεί ακριβέστατα τον Κρόκσταντ σ’ όλη την εξέλιξη του έργου. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος και η Κατερίνα Δημάτη φέρουν έντονα τη σφραγίδα των δοκιμασιών των ρόλων τους.

Τα μοντέρνα σκηνικά της Θάλειας Μέλισσα ( ένας έξοχος πίνακας –φόντο, που παραπέμπει στη μεγάλη σχολή των Φλαμανδών ζωγράφων του 17ου αιώνα, όπως ο Αντριάν Βαν Ούτρεχτ και εκατέρωθέν του γυάλινες βιτρίνες με ευμεγέθη φυτά) και τα κοστούμια των Αλέξανδρου Γαρνάβου και Τζίνας Ηλιοπούλου τονίζουν τη σύγχρονη ατμόσφαιρα που ζητάει η σκηνοθεσία.

Αίσθηση προκαλεί η πρωτότυπη μουσική της Κρυσταλλίας Θεοδώρου, ενώ οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστάσιου μεγεθύνουν τη σημερινή ματιά του σκηνοθέτη, ιδίως σε στιγμές όπου η ατμόσφαιρα είναι κάτι περισσότερο από «παγερή».

Επίλογος

Η «Νόρα» θεωρήθηκε από τις φεμινιστικές οργανώσεις ως κήρυγμα για τα δικαιώματα της γυναίκας και ιδιαίτερα για την εποχή που γράφτηκε, αποτέλεσε σκάνδαλο για τους συντηρητικούς. Δεν ήταν εύκολο να δεχτεί η εποχή αυτή -και όχι μόνο- την επίθεση της Νόρας κατά του γάμου και κατά της ανδροκρατούμενης κοινωνίας.Επιθέσεις οι οποίες σήμερα δεν κάνουν την ίδια εντύπωση, πολύ περισσότερο δεν αποτελούν σκάνδαλο, αλλά κοινό τόπο.

Ποτέ άλλοτε ένα έργο δεν είχε συζητηθεί τόσο πολύ και δεν είχε προξενήσει τόσο ένθερμες δημόσιες αντιπαραθέσεις. Η αντίδραση που προκάλεσε στην πουριτανική κοινωνία της εποχής εκείνης ήταν αφάνταστη, ενώ και μέχρι τις μέρες μας εξακολουθεί να συγκινεί και να προβληματίζει.

Παύλος Λεμοντζής, cityportal.gr, 22.10.2023

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ