Σας ενημερώνουμε ότι η χρήση των cookies επιτρέπει την αρτιότερη περιήγησή σας στην ιστοσελίδα μας. Επιλέξτε «Αποδοχή Cookies» για να συνεχίσετε ή «Περισσότερες Πληροφορίες» για να δείτε λεπτομερείς περιγραφές των τύπων cookies.

Περισσότερες Πληροφορίες
ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ

27 Δεκεμβρίου 2017
Η ΑΓΡΙΟΠΑΠΙΑ - Κριτική Αθηνοράματος ★★★★½
article image
ΚΡΙΤΙΚΕΣ

«Ο Τάρλοου σκηνοθετεί με χειρουργική ακρίβεια και ψυχρότητα ύφους που επιτρέπει στο έργο να ακουστεί και να επιδράσει με ανατριχιαστικη λεπτομέρεια, ενώ η σημαντική ομάδα των ηθοποιών δικαιώνει την επιλογή του.»

Τίποτα δεν φαίνεται να περισσεύει στην παράσταση που παραδίδει ο Δημήτρης Τάρλοου πάνω στο έργο του Ίψεν, ακόμη κι αν η διάρκεια της μπορεί να θεωρηθεί ζόρικη. Επί ένα τρίωρο ο θεατής παρακολουθεί βήμα βήμα την ψυχική και πραγματική καταρράκωση μιας οικογένειας, σε ένα έργο που ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια του οικογενειακού δράματος κι επέχει θέση κοινωνικού σχολίου. Έχουμε να κάνουμε, άλλωστε, με ένα γνήσιο πνευματικό τέκνο του 19ου αιώνα και των κοσμοϊστορικών αλλαγών που επέφερε στον ρου της Ιστορίας, ο οποίος εισήγαγε στα έργα του - τόσο με τα θέματα όσο και με τη σύλληψη των δραματικών προσώπων - τα κοινωνικά δεδομένα μιας εποχής που άλλαζε με ακατάπαυστο ρυθμό. (Μικρό αλλά ενδεικτικό παράδειγμα των αντανακλαστικών του συγγραφέα η επιλογή του να αποδώσει στον έναν από τους δύο κεντρικούς ήρωες της «Αγριόπαπιος» το επάγγελμα του φωτογράφου. Ήταν στα χρόνια του Ίψεν που η τέχνη της φωτογραφίας γνώρισε αλματώδεις αλλαγές και τεχνολογικές βελτιώσεις μάλιστα· τέσσερα χρόνια μετά τη συγγραφή του έργου θα ανακαλυπτόταν το φιλμ σε ρολό.)

Η «Αγριόπαπια» διατυπώνει μια βασική προβληματική, ένα δίλημμα ηθικής φύσεως, που δομείται πάνω σε μια οικογενειακή υπόθεση: ο Γκρέγκερς Βέρλε επιστρέφει ύστερα από χρόνια απουσίας στην πατρογονική εστία, όπου συναντάει τον παλιό του φίλο Γιάλμαρ Έκνταλ. Παρακινημένος από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «επιταγή του ιδεώδους», προβαίνει σε μια σειρά αποκαλύψεων που αφορούν τη σύζυγο και την κόρη του Γιάλμαρ, προκειμένου όχι να διαλύσει την οικογενειακή του ζωή αλλά, αντιθέτως, να τον ωθήσει σε μια επανασύστασή της πάνω στην αλήθεια, χωρίς «ζωτικά ψεύδη» να τη συντηρούν. Η κατάληξη, βέβαια, θα είναι ολέθρια. Το «ζωτικό ψεύδος», το χαρακτηριστικό ιψενικό μοτίβο των ψευδαισθήσεων που τρέφει ο άνθρωπος συνειδητά ή όχι για να συντηρήσει μια υποτυπωδώς ευτυχισμένη ζωή, συγκρούεται με το δόγμα «όλα στο φως» που υπηρετεί τυφλά ο Γκρέγκερς, σε ένα μεστό φιλοσοφικού αναστοχασμού έργο, όπου καθένα από τα εννέα βασικά πρόσωπα εκφράζει ουσιαστικά μια διαφορετική θέση. Αυτά, βεβαίως, σε ένα κείμενο που όχι μόνο δεν υπολείπεται θεατρικού ενδιαφέροντος αλλά υφαίνει ένα χαρακτηριστικό της ιψενικής δεξιοτεχνίας σύμπαν χαρακτήρων και διαπροσωπικών σχέσεων και χτίζει αριστοτεχνικά το στοιχείο της κλιμάκωσης μέχρι την κορύφωση και την πτώση. Ο Τάρλοου σκηνοθετεί την «Αγριόπαπια» με χειρουργική ακρίβεια και ψυχρότητα ύφους που ίσως ξενίζει ή αποστασιοποιεί τον θεατή, επιτρέπει όμως στο έργο να ακουστεί και να επιδράσει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια, χωρίς μάλιστα - σωστά, θεωρώ - να βιάζει προς την εξαγωγή συμπερασμάτων τουλάχιστον προτού ειπωθεί και η τελευταία ατάκα. Στην πραγματικότητα ο Τάρλοου εφαρμόζει στη σκηνοθεσία του μία από τις βασικές επιταγές της νατουραλιστικής δραματουργίας που θέλει τον δημιουργό να διατηρεί την αντικειμενική στάση που έχει ένας επιστήμονας στο εργαστήριό του. Σε αυτό τον βοηθάει και η σκηνογραφική σύλληψη (Ελένη Μανωλοπούλου) που έχει μεταμορφώσει το φωτογραφικό ατελιέ του Γιάλμαρ, όπου διαδραματίζεται - εκτός μιας σκηνής - η δράση, σε έναν ψυχρό λευκό χώρο που προσομοιάζει σε χειρουργείο ή νεκροτομείο (αν και αρκετό πιο εύρωστο σε σχέση με το «αξιοπρεπές αλλά φτωχό» ατελιέ που περιγράφει ο συγγραφέας). Μέσα στο οριακό αποστασιοποιημένο κλίμα της παράστασης, οι κορυφώσεις προκύπτουν σε συγκεκριμένες στιγμές, σε ακολουθία με τα δραματικά συμβάντα, αν και τότε δεν αποφεύγεται κάποιος μελοδραματισμός, που αποδεικνύεται το μόνο παθητικό της παράστασης.

Για την επίτευξη της σκηνοθετικής ιδέας ο Τάρλοου στηρίζεται σε ένα μέρος του σημαντικότερου υποκριτικού δυναμικού που διαθέτουμε και δικαιώνεται. Ο Γιάννος Περγλέγκας στον ρόλο του Γκρέγκερς φέρει στην ερμηνεία του την υποψία της ιδεαλιστικής παραφοράς που τον παρακινεί, κυρίως όμως αναδεικνύει τη μονοκόμματη στάση ενός ανθρώπου που εμφορείται από ένα πόθος το οποίο επιθυμεί να εφαρμόσει στη πρόσωπο και στη ζωή κάποιου άλλου και γι' αυτό καθίσταται ψεύτικο. Ο Γιάννης Κότσιφας ως χοντροκομμένος, απλοϊκός Γιάλμαρ υποστηρίζει με την υποδόρια φαρσική ερμηνεία του τον κατεξοχήν χαρακτηρισμό του έργου ως «τραγικωμωδία». Η Λένα Δροσάκη (Γκίνα Έκνταλ) και η Σίσσυ Τουμάση (Χέντβιγκ) συμπληρώνουν δυναμικά τη βασική πρωταγωνιστική τετράδα με φυσικές ερμηνείες. Ειδικά η Τουμάση στον ρόλο της κόρης υποδύεται ωραία έναν χαρακτήρα στην εφηβεία, ο οποίος βρίσκεται κυριολεκτικό και μεταφορικό μεταξύ φωτός και σκοταδιού, αν και θα πρέπει να τιθασεύσει στις καίριες σκηνές τη ροπή προς το μελοδραματισμό, Οι Θέμης Πάνου (Βέρλε), Αννα Μάσχα (Κυρία Σόερμπι), Γιώργος Μπινιάρης (ΓεροΈκνταλ), Αντίνοος Αλμπάνης (Ρέλιγκ) και Ιωάννης Καπελέρης (Μόλβικ) συμπληρώνουν το παζλ των χαρακτήρων που περιστρέφονται γύρω από τους βασικούς φορείς της δράσης, φωτίζοντας ο καθένας την ηθική στάση του ρόλου του απέναντι στο δίλημμα του έργου, ενώ στους «μικρούς» ρόλους οι Αλκ. Μαγγόνας, Στ. Κοντακιώτης, Ν. Πυροκάκος, Αν. Νάτσιος, Γ. Γούνας και Ζ. Τσαούσι ολοκληρώνουν ικανά την πολυπρόσωπη παραγωγή.

Από την Τώνια Καράογλου

Αγορά Εισιτηρίων

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ