ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ

05 Φεβρουαρίου 2018
Μια εποχή, μια οικογένεια μέσα από τα μάτια της κόρης του Μ. Καραγάτση
article image
ΑΡΘΡΑ

Ανδρέας Εμπειρίκος: Εγώ θα σας πω κάτι για τη Μαρίνα τώρα. Εχω την εντύπωση ότι πήρε από τη μαμά της το ταλέντο της ζωγραφικής και όπως την γνώρισα στην Ανδρο προ ετών τότε που σε ονόμασα και ψαράκι, σχημάτισα την πεποίθηση ότι έχει και ταλέντο του συγγραφέως.

Μαρίνα (ειρωνικά): Ναι, μεγάλο ταλέντο...

Καραγάτσης: Το έργο αυτό έχει ορισμένα προσόντα. Ετόλμησα να της υποδείξω και ορισμένες διορθώσεις, δεν ξέρω αν θα με ακούσει...

Μαρίνα: Οχι, είχε το θράσος στο τέλος να μου πει ότι θα έρθει να το ξαναγράψει εκείνος...

Καραγάτσης: Το ελάττωμα της Μαρίνας είναι το εξής: έχει έμπνευση άφθονον, υπερτροφική, ευφορική αλλά είναι τσαπατσούλα στο γράψιμο. Πάει πραπ πραπ πραπ να το βγάλει εντός ολίγου και τα παίρνει όλα σβάρνα. Δεν κάθεται να το γράψει σιγά-σιγά αφού το καλομελετήσει, αφού του δώσει όλες τις αναλογίες που πρέπει.

Ανδρέας Εμπειρίκος: Το κορίτσι αυτό έχει ταλέντο.

Καραγάτσης: Από το έργο αυτό διαπιστώνεται το ταλέντο, αλλά δεν διαπιστώνεται το έργο...

Ανδρέας Εμπειρίκος: Θα σε παρακαλούσαμε, Μαρίνα, πολύ ένα βράδυ να έρθεις ακριβώς με την ίδια παρέα να μας διαβάσεις τη νουβέλα σου, θα μας προσφέρεις μια μεγάλη χαρά.

Καραγάτσης: Η Μαρίνα έχει το εξής σφάλμα: θέλει να γίνει αρχαιολόγος. Θέλει να μάθει χορούς κλασικούς, θέλει να παίξει θέατρο στη Γερμανία με τον Ροντήρη. Είναι μέλος κινηματογραφικής λέσχης. Γράφει μυθιστόρημα, κάνει και ζωγραφική. Εχει ταλέντο, έχει δυνατότητες.

Εμπειρίκος: Μπράβο, μπράβο, μπράβο.

Καραγάτσης: Και, δεν σέβεται τον πατέρα της.

Οδυσσέας Ελύτης: Δεν τον σέβεται;

Καραγάτσης: Ε, δεν τον σέβεται.

​                                                                                                                                                                                                   

Από τη συζήτηση που μαγνητοφώνησε το 1955 ο Ανδρέας Εμπειρικός, στην οποία συμμετείχαν ο ίδιος, η Βιβίκα Εμπειρικού, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Καραγάτσης, η Νίκη Καραγάτση και η Μαρίνα, ακούγεται ότι η Μαρίνα είχε αρχίσει να γράφει ένα διήγημα για τη Λασκαρώ, την υπηρέτριά τους, που αγαπούσε πολύ. Ο Καραγάτσης έκρινε τότε πολύ αυστηρά το διήγημα της 19χρονης κόρης του. Μετά από 50 χρόνια η Μαρίνα Καραγάτση ξαναγράφει για τη Λασκαρώ. Αλλά μαζί με τη Λασκαρώ στο «Το ευχαριστημένο» ζωντανεύουν κι άλλα πρόσωπα της οικογένειας. Οι δικοί της άνθρωποι. Ο πατέρας, η μητέρα, η γιαγιά της, τα αρχοντολόγια της Ανδρου, αλλά και ο κόσμος των υπηρετριών εκείνης της εποχής.

«Από το 1955 ώς το 2005 συνέβησαν πολλά», λέει η Μαρίνα Καραγάτση. «Αποφάσισα να ξαναγράψω για τη Λασκαρώ στα 70 μου, για ένα πρόσωπο που με ενδιέφερε πολύ, με συγκινούσε η τραγικότητα της ζωής της, που έζησε μαζί μας 20 χρόνια. Ομως όσο έφερνα στο μυαλό του την ιστορία της Λασκαρώς, μοιραία εμφανίζονταν κι άλλα πρόσωπα. Ο πατέρας, η μητέρα, η γιαγιά μου η Μίνα, οι σχέσεις κι άλλων προσώπων. Τη Λασκαρώ την πήραν στην Αλεξάνδρεια υπηρέτρια μόλις 13 χρονώ. Οταν τρία χρόνια μετά γύρισε στην Ανδρο της είχαν συμβεί τραγικά πράγματα. Την πάντρεψαν μ’ έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της και τυφλό, φρόντισε γι’ αυτό ο "προστάτης" της, το αφεντικό της στην Αλεξάνδρεια, ο κ. Γιαννούλης. Οταν μια νύχτα ο άντρας της τη χτύπησε πολύ, έφυγε και ήρθε σπίτι μας υπηρέτρια. Παρόλο που μου διηγιόταν ιστορίες, απέφευγε να μιλήσει για τη ζωή της. Μου έλεγε μόνο ότι έφυγε εγκαταλείποντας δυο μικρά παιδιά γιατί ο άντρας της τη ζήλευε αφόρητα και την έδερνε με το λουρί».


Συναντήσατε ποτέ τον άντρα της Λασκαρώς στην Ανδρο;

Θα ήμουν 10 χρονώ όταν μου πρότειναν οι υπηρέτριες της γιαγιάς μου, συγχωριανές της Λασκαρώς, να περάσω δυο-τρεις μέρες στο χωριό τους. Με πήγαν θυμάμαι μ’ ένα μουλάρι. Μπήκα σ’ ένα σπίτι φτωχικό, θλιβερό. Ο τυφλός άντρας της Λασκαρώς καθόταν σκυφτός μπροστά σ’ ένα σβησμένο τζάκι. Στην άλλη άκρη του δωματίου έστεκαν δυο αγόρια, λίγο μεγαλύτερα από εμένα, με κουρεμένα κεφάλια και δυο μάτια τρομαγμένα, σιωπηλά.

Ούτε που μου μίλησε κανείς τους. Αυτή η εικόνα έμεινε στο μυαλό μου. Πολλά χρόνια αργότερα ξαναπήγα σ’ αυτό το σπίτι το οποίο ένας από τους γιους της Λασκαρώς που είχε ζήσει για καιρό στην Αμερική - χάρη στον «ευεργέτη» της μητέρας του, κ. Γιαννούλη - το είχε φτιάξει σύγχρονο κατά τα αμερικάνικα πρότυπα... Αυτό που με εντυπώσιασε ήταν μια φωτογραφία σε περίοπτη θέση: η Λασκαρώ και ο άντρας της μαζί σαν να μην είχαν χωρίσει ποτέ. Ο γιος τους είχε βάλει δύο ετεροχρονισμένες φωτογραφίες στην κορνίζα. Μια ασπρόμαυρη που έδειχνε τον πατέρα του γέρο, με πρόσωπο σκαμμένο, μ’ ένα κασκέτο χωρικών στο κεφάλι και μια έγχρωμη που έδειχνε τη Λασκαρώ με μαλλιά περμανάντ από την εποχή που ζούσε στο σπίτι μας στην Αθήνα. Τους ένωσε και τους δυο κι ας πρόδιδαν οι φωτογραφίες ότι καθένας ήταν αλλιώς και χωριστά από τον άλλον. Μίλησα τότε λίγο με τον γιο της Λασκαρώς, μου επαίνεσε τον ευεργέτη του, κ. Γιαννούλη, τον κουμπάρο της μητέρας του, τον νονό του αργότερα. Μου φάνηκε τόσο φοβισμένος, δεν ξέρω αν πίστευε όσα μου έλεγε...

Μέσα από το βιβλίο σας αναδύεται κι ο κόσμος των υπηρετριών.

Μικρά κορίτσια, τόσο... κοντά στους κυρίους τους, τόσο δεμένες με την οικογένεια. Κάθε χρόνο ένας πράκτορας ανέβαινε στα χωριά της Ανδρου, μάζευε κορίτσια 13 χρονώ και τα διοχέτευε σε σπίτια Ανδριωτών στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια ως υπηρέτριες.
Στην καλύτερη περίπτωση τις προίκιζαν και τις πάντρευαν. Οταν παντρεύτηκε η μαμά μου είχε μαγείρισσα, τη Λασκαρώ ως υπηρέτρια και νταντά για μένα. Οι υπηρέτριες ήταν τότε αφοσιωμένες στα σπίτια που δούλευαν. Η Λασκαρώ με αγαπούσε πολύ, όπως και τον μπαμπά μου, ίσως λιγότερο τη μητέρα μου σκεπτόμενη ότι μπορεί να υποψιαζόταν τι έκανε πού και που μαζί της ο πατέρας μου... Είχαν περάσει χρόνια, δεν δούλευε πια στο σπίτι μας όταν ήρθε επίσκεψη παραμονές κάποιων εκλογών. «Τι θα ψηφίσεις Λασκαρώ;», θυμάμαι που την είχα ρωτήσει. «Ο,τι κι εσείς», μου απάντησε. «Μην το λες αυτό», της είπα. «Εσύ δεν πρέπει να ψηφίσεις ό,τι κι εμείς»... Ομως εκείνη επέμενε: «Εγώ, Μαρίνα μου, σας αγαπώ. Θα ψηφίσω ό,τι μου πείτε εσείς»...

Δεν έβγαζες άκρη με τον Καραγάτση. Από την περιγραφή σας ο Καραγάτσης εμφανίζεται ως μια εξαιρετικά ισχυρή αλλά και αντιφατική προσωπικότητα.

Δεν βγάζεις άκρη μαζί του. Το παράξενο, τώρα που το σκέφτομαι, είναι πως ο αδιάφορος, ανεξίθρησκος πατέρας μου -τη Μ. Παρασκευή ζητούσε προκλητικά να φάει μπριζόλα-, αυτός που ενέκρινε όλες τις προσλήψεις στο σπίτι, είχε φέρει ως νταντά για μένα μια κυρία του κατηχητικού. Μέχρι το 1939 μου είχε μάθει όλα τα τροπάρια... Πήγαινα σ’ ένα παραδοσιακό ιδιωτικό σχολείο της γειτονιάς. Και ξαφνικά ο μπαμπάς μαθαίνει ότι άνοιξε ένα σχολείο αριστερής κουλτούρας των Βουλγαράκη-Χατζηδάκη. Εν μέσω Εμφυλίου με πήγε εκεί... Ευτυχώς, είχε εξαιρετικούς εκπαιδευτικούς, όλοι αριστεροί που τους είχαν διώξει τότε από άλλα σχολεία λόγω φρονημάτων. Πώς το σκέφτηκε αυτό ο πατέρας μου; Ιδέα δεν έχω. Νομίζω επειδή έτρεμε τον συντηρητισμό, τον μικροαστισμό. Κι ενώ μου είχε θρησκόληπτη νταντά, απαγόρευε να πηγαίνω στο κατηχητικό... Μ’ όλα αυτά που συνέβαιναν στο σπίτι, είχα γίνει κλειστό παιδί, δεν ήθελα να βγαίνω. Εκείνος διέταζε: «Αν δεν πας στο πάρτι θα γίνεις θεούσα, θα βγάλεις σπυριά»...
Κι όσο εκείνος επέμενε τόσο εγώ αντιδρούσα.

Σήμερα πώς θα εξηγούσατε αυτή τη συμπεριφορά του;

Νομίζω ότι παραβίαζε επίτηδες τα όρια ανάμεσα στα μυθιστορήματά του και τη ζωή. Σαν να πειραματιζόταν πάνω σε εμένα και τη μητέρα μου. Ελεγε και έκανε πράγματα ψευδή, τερατώδη, γινόταν παράλογα σκληρός. Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα μας είχαν βάλει στην Α’ Δημοτικού να γράφουμε συνεχώς τη φράση: «Τι δώρο θα μου κάνετε». Ηρθε σπίτι ο πατέρας μου ρωτώντας τι γράφω. Του είπα. Και εκείνος: «Μα δεν βλέπω να γράφεις κάτι τέτοιο». Εγώ σίγουρη ότι έγραφα σωστά, επέμενα. Αλλά επέμενε και εκείνος. Και τότε τον ρωτάω: «Τι βλέπεις να γράφω;» Και μου λέει: «Τι διρι μη καφ καφ»... Μια εξωφρενική φράση που επινόησε για να κάνει πλάκα. Κι όταν πια έβαλα τα κλάματα μου λέει: «Αχ βρε Μαρίνα, δεν έχεις χιούμορ». Τι χιούμορ να έχει ένα παιδάκι...

Η φαντασία του γεννούσε τρελά πράγματα. Κάποτε έστησε μια άλλη ιστορία. Κάθισε με τις πιτζάμες του στην ντορμέζα του σαλονιού και με φώναξε. Μου αποκάλυψε ότι στο μεγάλο κινέζικο βάζο, που υπήρχε στη γωνία, ζούσε ένας Κινέζος. Κι ότι αυτή την ώρα, κάθε μέρα, παίζει πιάνο. Είχε ήδη βάλει ένα γατάκι μέσα στο πιάνο, το οποίο ήταν σκεπασμένο μ’ ένα κάλυμμα.
Το γατί άρχισε πράγματι να γρατζουνάει τα πλήκτρα από μέσα... Μακάρι να είχα μπαμπά έναν στρατηγό, τότε θα ήξερα ξεκάθαρα τι απαγορεύεται και τι όχι. Με τον Καραγάτση ήταν όλα ανάποδα. Οι τιμωρίες έρχονταν για πράγματα που δεν φανταζόσουν.
Αν έπαιρνα κάποιο από τα τέλεια ξυσμένα μολύβια του με έβαζε τιμωρία. Κυκλοφορούσε ντυμένος με χακί σορτς και κάτι παλιοπαντόφλες.

Οταν μεγαλώσατε δεν άλλαξε στάση. Σας αποθάρρυνε με ό,τι θέλατε να καταπιαστείτε. Μάθατε να τον διαχειρίζεστε;

Δεν ήταν εύκολο. Είχαμε βρει με τη μητέρα μου έναν τρόπο, είτε σιωπώντας είτε αποδεχόμενες ό,τι έλεγε. Ο Καραγάτσης δεν διάβαζε ποτέ κείμενά του σε φίλους, συναδέλφους. Μια φορά πρότεινε να μας διαβάσει ένα κεφάλαιο από το βιβλίο που έγραφε. Εγώ και η μαμά καθίσαμε σαν καλές μαθήτριες. Κι όταν τελείωσε είπαμε μ’ ένα στόμα: «Πάρα πολύ ωραίο». Εγινε έξαλλος: «Με

κοροϊδεύετε; Τι τρόπος είναι αυτός;»... Μεγάλωσα μ’ έναν τυφλό θαυμασμό για εκείνον.
Η μάνα μου τον αγαπούσε, δεν τον αμφισβήτησε ποτέ.
Εκείνος δεν πίστευε ότι οι γυναίκες μπορούν να είναι συγγραφείς. Ελεγε πως ένα και μοναδικό βιβλίο είναι ικανές να γράψουν: την αυτοβιογραφία τους. Κι εδώ που τα λέμε έτσι έγινε και με εμένα... Με συμβούλευε: αν παίρνεις από τη βιβλιοθήκη ένα βιβλίο κάθε μέρα και το διαβάζεις θα γίνεις σοφή. Δεν χρειάζεται να σπουδάσεις. Το έκανα χάρη στη βοήθεια της μητέρας μου.

​                                                                                                                                                                                                   

Η μητέρα μου είχε ανάγκη να στηριχτεί σε μένα

Οι απιστίες του Καραγάτση στη μητέρα σας σας πίκραιναν;

Η μητέρα μου δεν υπήρχε περίπτωση όχι να κάνει αντίποινα, ούτε καν φασαρία. Οταν εκείνος γύριζε αργά σπίτι πήγαινε στο δωμάτιό της δεν κοιμόντουσαν μαζί λόγω της αϋπνίας του. «Νίκη, γύρισα» έλεγε, αλλά εκείνη δεν απαντούσε. Τότε ένιωθα πίκρα για τη στενοχώρια της. Ημουν πρωτοετής φοιτήτρια και έτρωγα με την παρέα μου σ’ ένα ταβερνάκι στο Πασαλιμάνι όταν είδα τον πατέρα μου να μπαίνει μέσα μ’ ένα κορίτσι. Με είδε, δεν έφυγε, αντίθετα μου έστειλε κι ένα χαιρετισμό... Ντράπηκα που οι φίλοι μου το είδαν αυτό. Κι όμως ο ίδιος άνθρωπος τρελαινόταν όταν ως παιδί είχα πυρετό. Σ’ ένα πρόβλημα της μητέρας μου μέχρι να βγουν οι εξετάσεις, τον θυμάμαι να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Τόσο αντιφατικός...

Προλάβατε να κάνετε μια αληθινή κουβέντα μαζί του;
Ημουν 24 χρονώ όταν αρρώστησε και πολύ φοβισμένη. Μια μέρα στη βεράντα μού είπε ξαφνικά: «Ξέρεις, Μαρίνα, δεν θα ζήσω πολύ. Θα πεθάνω γιατί έχω πολλές ενοχές». Δεν απάντησα. Δεν τολμούσα να προκαλέσω μια ανοιχτή, εκ βαθέων συζήτηση.

Δεθήκατε πολύ με τη μητέρα σας.
Ισως ήταν λάθος, αλλά είχε ανάγκη να στηριχτεί σε εμένα. Ηταν δεκτική, ανοιχτή με τους φίλους μου, όμως ήθελε να βρίσκομαι κοντά της. Αλλά κι εγώ. Εκείνη κολακευτικά έλεγε ότι μοιάζω στον πατέρα μου. Ισως στις αϋπνίες, στα νεύρα. Από αυτήν πήρα την καλοσύνη, τη γενναιοδωρία της.
 

Τι αφήνουν αυτές οι εμπειρίες;
Οι ψυχαναλυτές τα ξέρουν αυτά. Ο γιος μου ο Δημήτρης μπορεί επίσης να το πει. Εγώ δεν βλέπω καθαρά τον εαυτό μου. Είμαι άνθρωπος εκρηκτικός, καχύποπτος, δεν εμπιστεύομαι, βάζω το κακό στο μυαλό μου, ότι θα μου τη φέρουν. Κι απ’ την άλλη, με τους ανθρώπους που αγαπώ είμαι πολύ γενναιόδωρη, πρόθυμη να δώσω τα πάντα, τόσο που ο Δημήτρης προσπαθεί να με επαναφέρει • Ο Δημήτρης δέθηκε μαζί σας όπως εσείς με τη μητέρα σας; Αλλος χαρακτήρας. Μου έχει αδυναμία, με εκτιμά, λογαριάζει τη γνώμη μου. Κατάφερε με δυσκολία να πατήσει στα πόδια του, να έχει τη δική του ζωή, να φτιάξει το θέατρο όπως το ήθελε. Για το 2019 ετοιμάζει τον «Γιούγκερμαν». Ισως κάτι να χρωστάει και στον παππού του...

                                                                                                                                                                                                   

Στο σπίτι σας έμπαιναν διανοούμενοι: Εμπειρικός, Καββαδίας, Ελύτης...

Τότε δεν μπορούσα να το εκτιμήσω αυτό. Τους έβλεπα ως ευχάριστους, γλεντζέδες φίλους του πατέρα μου. Ο στενός του φίλος Καββαδίας με αγαπούσε. Ολο μου έταζε ότι θα μου φέρει από τα ταξίδια του μια μαϊμού κι όλο την περίμενα... 0 πατέρας μου ήταν τρομερά φιλόξενος. Περνούσε καλά μαζί τους αν και διαφωνούσε σε θέματα τέχνης όπως με τον Βενέζη, για παράδειγμα, τον οποίο φιλοξενήσαμε μαζί με την οικογένειά του στον Εμφύλιο. Το σπίτι τους ήταν ακριβώς στα σύνορα των μεν και των δε, λ. Αλεξάνδρας και Σπ. Τρικούπη. θυμάμαι τον Βενέζη με σηκωμένα τα μανίκια να ζυμώνει στην κουζίνα μας ψωμί με λίγο αλεύρι που βρήκε κάπου. Σπίτι μας είχαμε συνεχώς ξένους. Μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά ήρθε ο Σούκας, αριστερός, φίλος του Βρεττάκου, με τη γυναίκα του, τα δυο παιδιά και την υπηρέτρια... Το σαλόνι, η τραπεζαρία, έγιναν κρεβατοκάμαρα. Εφυγαν οι Βενέζηδες και κατέφθασε ένας άλλος φίλος του μπαμπά από πολύ γνωστή οικογένεια, εκεί προς το τέλος του Εμφυλίου. Κάποτε ήρθαν να τον συλλάβουν. Τον περίμεναν έξω από την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου, ενώ εκείνος ξυριζόταν. Εχω την εικόνα του να προσπαθεί να κρατήσει το ξυράφι, αλλά το χέρι του έτρεμε...

Ο Καραγάτσης δεν πρόδίδε τις πολιτικές του προτιμήσεις;

Στα βιβλία του βλέπεις ότι αμφιταλαντεύεται. Δεν ήταν κομμουνιστής. Μέσα στον Εμφύλιο τρόμαξε μήπως τον συλλάβουν και ζήτησε βοήθεια από τον Καββαδία, μιας και ο γάμος του Λουντέμη έγινε σπίτι μας με τον Σικελιανό παρόντα και με Ρώσους οργανοπαίκτες... Δεν βγάζεις άκρη με τον Καραγάτση. Ηταν καλλιτέχνης, νευρικός, πάνω απ’ όλα έβαζε τη δουλειά του. Επρεπε να πεθάνει, να περάσουν χρόνια για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους.

Τακτοποιούνται αυτά; Γράψατε δύσκολες προσωπικές αλήθειες.

Οταν έγραφα τα θυμόμουν και γελούσα Τα είχα πια απομυθοποιήσει Πιστεύω ότι το βιβλίο έχει χιούμορ. Ειδικά όταν αναφέρομαι ειρωνικά στα αρχοντολόγια της οικογένειας. Πώς οι Μπίστηδες, άρχοντες από το σόι της γιαγιάς Μίνας, ήταν καλύτεροι άρχοντες από τους άρχοντες Κωτάκηδες από το σόι του παππού... Ή τον ετοιμόρροπο πύργο του θείου με την Αγγλίδα δασκάλα, όπου η υπηρέτρια σέρβιρε το αγγλικό τσάι, ενώ στον καναπέ υπήρχαν κακά ποντικιών... Θυμάμαι όταν την ηλιόλουστη Πρωτοχρονιά του 1945 η μητέρα μου, μετά από έναν Δεκέμβρη που δεν ξεμυτίσαμε από το σπίτι, με πήγε για επίσκεψη στη μητέρα του πατέρα μου. Πήραμε την οδό Λευκωσίας, φτάσαμε, η υπηρέτρια, η κυρα-Δέσποινα, μας βγαλε γλυκό του κουταλιού. Δεν προλάβαμε να το φάμε κι ακούσαμε τα αγγλικά βομβαρδιστικά. Οι σοβάδες του σπιτιού άρχισαν να πέφτουν. Χτυπούσαν το διπλανό 8ο Γυμνάσιο, οπού είχαν καταλάβει οι ΕΛΑΣίτες. Οταν τελείωσαν οι βομβαρδισμοί φύγαμε τρέμοντας. Η κυρα-Δέσποινα έβγαινε μετά από κάθε βομβαρδισμό με σκούπα και φαράσι να καθαρίσει την αυλή, βρίζοντας προς τον ουρανό: Χάλια μού τα κάνατε πάλι...

Παρακολουθήσατε πρόβες;

Δεν με άφησε ο Δημήτρης. Εχει δίκιο, θα έλεγα το μακρύ και το κοντό μου. Μυρίζομαι ότι κάνει κάτι διαφορετικό από το βιβλίο, είναι λογικό να μη θέλει πάνω του το βλέμμα της μητέρας του.

Εσείς στο βιβλίο επιλέγετε να κινείστε πλάγια, στη σκιά. Δίνετε λόγο στους άλλους.
Ετσι ήμουν και τότε. Παρατηρούσα, δεν μιλούσα. Αρθρωσα λόγο πολύ αργότερα. Σαν παιδί δεν είχα άποψη, πώς ενώ υπήρχε ο Καραγάτσης; Γράφοντας, μάλλον, συνάντησα τη Μαρίνα εκείνης της εποχής...

Και η Μαρίνα τού σήμερα ποια είναι;

Δεν ξέρω. Ο Δημήτρης, οι άλλοι μπορούν ν’ απαντήσουν. Οι φίλες μου λένε: «είσαι πολύ νευρική, αρπάζεσαι εύκολα».
Κάτι θα ξέρουν. Στη δεκαετία του ’90 πήγα για ψυχοθεραπεία σ’ έναν εξαιρετικό ψυχίατρο. Σε κάθε συνεδρία κουβαλούσα ένα βιβλίο του μπαμπά μου όπου διάβαζα κάτι για να δηλώσω πώς νιώθω. Μου το απαγόρευσε... Η αδελφή του πατέρα μου, ο αδελφός τπς μητέρας μου και η εξαδέλφη μου είχαν ψυχικά προβλήματα. Με τόσο βεβαρημένο παρελθόν και από τις δυο μεριές, απορώ πώς βγήκα, σχετικά, αλώβητη...

Το βιβλίο επιφυλάσσει ένα συμφιλιωτικό φινάλε για όλους, νεκρούς πια και μαζεμένους στο «αυλιδάκι» της Ανδρου. Και το «Ευχαριστημένο» από την άλλη πλευρά του τοίχου υπόσχεται να την περιμένουν. Δεν θ’ αργήσεε.. Τελειώνοντας τους τρεις μονολόγους προσπαθούσα να τους συνδέσω με το 2006. «Ευχαριστημένο» με έλεγε η Λασκαρώ... Οταν έδωσα το χειρόγραφο στην Ιωάννα Καρυστιάνη μού είπε: «Το Ευχαριστημένο», αυτός είναι ο τίτλος.

Ο Δημήτρης δεν ακολουθεί τη ροή του βιβλίου στην παράσταση, δεν γινόταν αλλιώς...

Σήμερα πώς βλέπετε τα πράγματα;

Νομίζω ότι επικεντρωνόμαστε στο στενά πολιτικό της χώρας μας και δεν βλέπουμε την παγκόσμια κρίση. Ο κόσμος άλλαξε εντελώς. Η τεχνολογία με τρομάζει. Οι άνθρωποι δεν έχουν επαφή, συναντιούνται μέσω του ίντερνετ. Δεν είμαι αισιόδοξη. Ακούω κάποιους που λένε: θα έρθουν και καλές μέρες. Ισως, δεν ξέρω. Εγώ, παιδί του πολέμου, θυμάμαι ότι τότε υπήρχε μια ελπίδα. Σήμερα τι;

                                                                                                                                                                                                 


INFO:
Θέατρο Πορεία
Τρίκορφων 3-5, πλ. Βικτωρίας
Τηλ.: 2108210991

«Το Ευχαριστημένο», της Μαρίνας Καραγάτση

Διασκευή: Ερι Κύργια
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου
Σκηνικά - Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Nalyssa Green
Παίζουν: Καίτη Μανωλιδάκη, Σίσσυ Τουμάση, Σμαράγδα Σμυρναίου, Ειρήνη Δράκου, Χρήστος Μαλάκης

                                                                                                                                                                                                 

 

Αγορά Εισιτηρίων, Το Ευχαριστημένο

Δείτε τη συνέντευξη της Μαρίνας Καραγάτση στην Έφη Μαρίνου, στην Εφημερίδα των Συντακτών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ