ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ
11 Δεκεμβριου 2013 - 2 Μαρτιου 2014

Παραλλαγες Θανατου

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

του Jon Fosse

σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά

Increasingly distant, away. Distant and increasingly closer. Jon Fosse

Ο Γιάννης Χουβαρδάς, στην πρώτη του σκηνοθεσία επί ελληνικού εδάφους μετά την ολοκλήρωση της θητείας του στο Εθνικό Θέατρο, ασχολείται για δεύτερη φορά με έργο του Γιον Φόσσε, του πολυγραφότατου και πολυβραβευμένου Νορβηγού θεατρικού συγγραφέα που αποτελεί φαινόμενο για το παγκόσμιο θέατρο. Έτσι, μετά το "Τόσο Όμορφα" (που είχε παρουσιάσει το 2004 στο θέατρο Αμόρε και ο ίδιος ο Φόσσε είχε εγκωμιάσει, ως την παράσταση που ήταν πιο κοντά στο όραμά του όταν έγραφε το έργο), επανέρχεται με τις "Παραλλαγές Θανάτου"(2002), μια αλληγορία για την αγάπη, τη ζωή, τη γέννηση και τον θάνατο από 12 Δεκεμβρίου 2013 στο Θέατρο Πορεία με τους Νίκο Καραθάνο, Χρήστο Λούλη, Γιάννο Περλέγκα, Άλκηστη Πουλοπούλου, Μαρία Πρωτόπαπα, Λυδία Φωτοπούλου σ' ένα τετράγωνο κομμάτι πάγου μέσα στη μέση του πουθενά...

Η αυτοκτονία μιας νέας γυναίκας γεννάει βασανιστικά ερωτήματα στους γονείς της, που αρνούνται να αποδεχτούν το γεγονός. Γιατί το έκανε; Ποιες οι συνέπειες της πράξης της στον οικογενειακό περίγυρο; Τι είναι ο θάνατος; Τι φέρνει μαζί του; Πόσο μοιάζουν η ζωή και ο θάνατος και πόσο κοντά ή πόσο μακριά βρίσκονται μεταξύ τους; Το έργο εκτυλίσσεται ως ένα ψυχογράφημα της διαδικασίας που ακολουθούν οι γονείς για να φτάσουν στις απαντήσεις. Παρόλο που ο Φόσσε τοποθετεί στο κέντρο της ιστορίας του τον θάνατο και μάλιστα ενσαρκωμένο από ηθοποιό, στην πραγματικότητα μιλάει για την αγάπη ως απαραίτητη προϋπόθεση της γέννησης της ανθρώπινης ζωής.

Η γλώσσα του έργου, μινιμαλιστική αλλά μεγάλης πνοής, καθημερινή και ποιητική, ρεαλιστική και μεταφορική, αποκαλύπτεται ως μια μουσική παρτιτούρα από παύσεις, επαναλήψεις, ανολοκλήρωτες φράσεις, αιχμηρά νοήματα, που δημιουργούν ένα ρυθμό ειρωνικά αντιστικτικό προς την έλλειψη επικοινωνίας που χαρακτηρίζει τη σχέση των δύο γονέων. Το γλωσσικό περιβάλλον του έργου συμπληρώνεται ιδανικά από την περιγραφή ενός βόρειου καιρικού σκηνικού, όπου κυριαρχούν το σκοτάδι, η βροχή, ο άνεμος, η θαλασσοταραχή, το κρύο.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Γιον Φόσσε

Ο Γιον Φόσσε γεννήθηκε το 1959 στο Haugesund της Νορβηγίας. Σπούδασε Συγκριτική Λογοτεχνία και δίδαξε στην Ακαδημία Δημιουργικής Γραφής στο Hordaland. Το 1983 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Κόκκινο, μαύρο», το οποίο ακολούθησε πληθώρα άλλων μυθιστορημάτων, ποιητικών συλλογών, δοκιμίων και παιδικών βιβλίων. Το 1994 έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργοΚαι δεν θα χωρίσουμε ποτέ, που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο του Bergen. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες. Το 2007 χρίστηκε Ιππότης της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής. Το μινιμαλιστικό και υπερ-νατουραλιστικό ύφος του Φόσσε ανανέωσε ριζοσπαστικά το τοπίο της Νορβηγικής δραματουργίας. Το όνομά του ακουγόταν έντονα για νόμπελ λογοτεχνίας το 2013.

Από το 2011, μένει στο Grotten, μια τιμητική κατοικία που ανήκει στο νορβηγικό κράτος και βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του βασιλικού παλατιού στο Όσλο. Η χρήση του Grotten ως μόνιμη κατοικία είναι μια τιμή που παραχωρείται ειδικά από τον βασιλιά της Νορβηγίας ως τιμή για τη συνεισφορά ενός καλλιτέχνη στις νορβηγικές τέχνες και τον πολιτισμό.

 

Ο Γιον Φόσσε μιλάει για τη συγγραφή και το θέατρο

Αφήνομαι να πέσω μέσα στο γράψιμο. Πίσω, στα αρχέγονα στοιχεία, στη βάση. Έτσι προσπαθώ να γράψω. Κι έχω την ελπίδα να μείνω συγκεκριμένος και απλός και παράλληλα να αγγίξω τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Για να έχω την αίσθηση πως δημιουργήθηκε ένα καλό έργο, πρέπει να έχω την πεποίθηση ότι βρισκόμουν στο άγνωστο και βρήκα εκεί κάτι νέο, που ακόμα δεν υπήρξε στον κόσμο. Με ενοχλεί πολύ που ο κόσμος επανειλημμένα διακρίνει ένα αυτοβιογραφικό φόντο στα μυθιστορήματά μου και τα θεατρικά μου κείμενα. Αν όντως έγραφα αυτοβιογραφικά, το αποτέλεσμα θα ήταν μόνο σκουπίδια. Είμαι ένας συγγραφέας του φανταστικού, διαφορετικά τα κείμενά μου δεν θα αποκτούσαν φτερά, τα έργα μου δεν αποτελούνται από κενή φλυαρία, φορτωμένη με συναισθήματα ή με μέτριες εμπειρίες με κρυμμένες προθέσεις. Για μένα τα κείμενα σημαίνουν έναν τεράστιο αγώνα με τη γλώσσα, αλλά δεν τα ερμηνεύω ποτέ εκ των υστέρων. Τα έργα μου είναι τόσο επώδυνα που κλαίω ο ίδιος όταν τα βλέπω.

 

Ο Γιον Φόσσε μιλάει για τους χαρακτήρες των έργων του

Όλοι μου οι χαρακτήρες έχουν τον παιδικό φόβο της εγκατάλειψης. Αυτή είναι η εικόνα: ένα μωρό, ολομόναχο στον κόσμο. Χωρίς επικοινωνία. Ενσωματωμένο βίαια. Εγώ κινούμαι στον ίδιο χώρο όπως οι χαρακτήρες μου και δεν αναλύω τις ιστορίες ανάμεσά τους. Η ανασφάλειά τους είναι πάντα και η δική μου. Το θεωρώ σημαντικό να μην παίρνω κανενός το μέρος ηθικά, να μη λέω αυτός έχει δίκιο, αυτός έχει άδικο και να κάνω κριτική. Αυτό δεν το θέλω ούτε και το βρίσκω σωστό. Αυτό που θέλω να επιτύχω κατά βάθος είναι να έχουν όλοι δίκιο στα έργα μου - από μια άποψη και σ' αυτή την πρόθεσή μου υπάρχει ένα είδος ηθικής. Όλοι μου οι χαρακτήρες έχουν ελαττώματα, όπως όλοι μας - και όλοι μου οι χαρακτήρες έχουν κατά βάθος δίκιο. Πρόκειται για συναισθηματικές καταστάσεις τις οποίες δημιουργώ και με τις οποίες συμπάσχω. Περιγράφω μια δυναμική, μια ενέργεια ανάμεσα στους ανθρώπους. Ανταμώνουν και χωρίζουν, πληγώνει ο ένας τον άλλο, δίνουν χαρά ο ένας στον άλλο, δημιουργούν ο ένας τον άλλο αμοιβαία. Δεν είναι χαρακτήρες αυτοί που διαμορφώνω, παράγω μάλλον αυτό το παράξενο πεδίο δυνάμεων ανάμεσά τους και ό,τι διαδραματίζεται εκεί από καταστάσεις και διαθέσεις.

Αγαπώ τους χαρακτήρες μου, ακόμα κι αν καμιά φορά είναι ανόητοι. Οι άνθρωποι δεν έχουν μονοδιάστατους χαρακτήρες. Προτιμώ να περιγράφω τις σχέσεις ανάμεσά τους παρά την εσωτερική ζωή τους. Οι σχέσεις, όχι η ταυτότητα, κυβερνούν τη ζωή μας. Και καμία άλλη μορφή τέχνης εκτός από το θέατρο δεν μπορεί να απεικονίσει αυτό το κοινωνικό παιχνίδι. Οι χαρακτήρες μου σίγουρα δεν ανήκουν στη μεσαία τάξη. Εγώ θα τους ονόμαζα κοινούς ανθρώπους. Είναι εργάτες, φοιτητές, άτυχοι καλλιτέχνες, άνθρωποι που μοιάζουν χαμένοι και δεν έχουν τη συνείδηση ότι ανήκουν σε οποιαδήποτε τάξη. Για μένα έχει περισσότερη σημασία πώς συγκροτούν ο ένας τον άλλον, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις και ποιοι ήχοι παράγονται ανάμεσά τους. Για μένα είναι ένα μαύρο κομμάτι χαρτί. Του οποίου το περίγραμμα είναι ο ήχος.

 

Ζωή/Αγάπη/Θάνατος στα έργα του Γιον Φόσσε

Η πλοκή των έργων του διαδραματίζεται μέσα σε καταστάσεις ευδιάκριτες, συχνότατα οικογενειακές. Εμφανίζεται πάντα η ίδια σύνθεση προσώπων: πατέρας/μητέρα/παιδί, ο άντρας, η γυναίκα, ο νέος, το κορίτσι, συχνά υπάρχει στο περιθώριο μια γιαγιά και καμιά φορά ένας γείτονας, με δυο λόγια πρόκειται για τα πρόσωπα του παραμυθιού ή, αν το πάμε ακόμα πιο πέρα, του μύθου. Η σχέση των γενεών εμφανίζεται αφ' ενός σαν ένα Μυστήριο, όμως είναι αφ' ετέρου μια πηγή ενοχής και απογοήτευσης, πράγμα που φυσικά ποτέ δεν γίνεται αντικείμενο «επεξεργασίας» με λόγια. Είναι ένα κακό που οι άνθρωποι απλώς το φέρουν πάνω τους.

Και πρόκειται πάντα για απλούς ανθρώπους, των οποίων οι σχέσεις είναι αντιληπτές με την πρώτη ματιά. Ο Φόσσε εξαλείφει όλους τους δευτερεύοντες θορύβους της ζωής για να μην πνίξουν το ουσιώδες. Σκοπός του δεν είναι να απεικονίσει μεμονωμένες περιπτώσεις κοινωνικού περιεχομένου. Η κοινωνική ζωή δεν τον ενδιαφέρει καθόλου και, με την αυστηρή έννοια, ούτε ο ψυχολογικός παράγων. Συχνά πρόκειται μάλιστα για σχεδόν απλοϊκούς ή οπωσδήποτε πολύ νέους ανθρώπους, και πρέπει να είναι έτσι ώστε να μπορούν, ευσεβείς απέναντι στα έσχατα πράγματα, να μένουν ενεοί μπροστά το σύμπλεγμα Ζωή/Αγάπη/Θάνατος, χωρίς να βυθίζεται το κείμενο στο βάλτο της κοινοτοπίας…

Τα έργα του Φόσσε, στα οποία πάντα συμβαίνουν ελάχιστα, είναι έργα οδυνηρά,, γεμάτα καταθλιπτικές και αμήχανες παύσεις, στενά τείχη κειμένου, μέσα στα οποία η μοναξιά φωλιάζει όπως οι αναθυμιάσεις. Σ' αυτό το πένθος έγκειται η μεγάλη διαφορά με τον Μπέκετ: Οι άνθρωποι του Φόσσε είναι περισσότερο δεμένοι με τη ζωή, περισσότερο προσγειωμένοι και πιθανώς πιο λιγόλογοι, δεν είναι πνευματικά όντα όπως οι άνθρωποι του Μπέκετ που έχουν αφεθεί στην ελευθερία της γεωμετρίας. Οι καταστάσεις δεν απογειώνονται ποτέ εντελώς στην αφαίρεση. Ο Φόσσε φέρνει ανθρώπους, που δεν είναι κύριοι του λόγου, αντιμέτωπους με πραγματικότητες που υπερβαίνουν το λόγο. Ωστόσο είναι κάθε άλλο παρά ηλίθιοι, οι περισσότεροι διαθέτουν σημαντική ικανότητα διαίσθησης. Η ανησυχία οπωσδήποτε τους καταπιέζει έντονα: η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό είναι πάντα πολύ ουσιαστική για το σκηνικό χώρο, και το αόρατο εξωτερικό πάντα κυριαρχεί ατμοσφαιρικά, η βροχή, το σκοτάδι, το εγκαταλελειμμένο απ' όλους τους κατοίκους χωριό έξω από το παράθυρο, η απέραντη θάλασσα, ή και ένας αινιγματικός ξένος που τριγυρίζει γύρω από το σπίτι. Ο Φόσσε είναι ένας μαέστρος του τρομακτικού. Βέβαια χωρίς τη στρατηγική του gothic horror, εντούτοις έχει κάτι στοιχειωμένο, οπωσδήποτε στα παλιά σπίτια για τα οποία συνεχώς μιλάει: «Πιστεύω /γι' αυτό αγαπώ τα παλιά σπίτια /τόσο πολύ/ προστατεύουν αυτούς/ που κάποτε υπήρξαν/ αλλά δεν υπάρχουν πια.» Μια φράση μάλλον αμφίβολα καθησυχαστική. Αν δεν υπάρχουν, ποιον προστατεύουν τότε;

Από άρθρο της Dorothee von Hammerstein στο γερμανικό περιοδικό Theater Heute, Ιανουάριος 2000

   

Η παραγωγή είναι της Εταιρίας Θεάτρου ΛΥΚΟΦΩΣ σε συμπαραγωγή με το Θέατρο ΠΟΡΕΙΑ. 

Θέατρο Πορεία Από 11 Δεκεμβρίου 2013 έως 2 Μαρτίου 2014

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
ΔΙΑΝΟΜΗ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ