ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ

24 Μαρτίου 2017
Δημήτρης Τάρλοου: Τα πάθη είναι παρόντα στην τελική μας πτώση
article image
ΑΡΘΡΑ

O Δημήτρης Τάρλοου, ένας πολυδιάστατος καλλιτέχνης (ηθοποιός, σκηνοθέτης, μα και καλλιτεχνικός διευθυντής ενός σημαντικού οργανισμού), έχει συνδέσει το όνομά του με κάποιες από τις μεγαλύτερες θεατρικές επιτυχίες των τελευταίων χρόνων. Η «Μεγάλη Χίμαιρα», οι «Τρεις αδερφές» και οι «Τρειςευτυχισμένοι» είναι μόνο όσες παίζονται ακόμη και τώρα.

Μετά από αρκετά χρόνια, επιστρέφει αυτήν την άνοιξη στο Εθνικό Θέατρο, της Δραματικής Σχολής του οποίου είναι και απόφοιτος, για να σκηνοθετήσει τον «Θερισμό», το καινούργιο κείμενο ενός από τους πιο σημαντικούς Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς, αλλά και δικού του αγαπημένου: του Δημήτρη Δημητριάδη.

«Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να ξεχνιέται, στην πρόβα του «Θερισμού» και να συγκινείται βαθιά από ό,τι κάνουν οι καλλιτέχνες επί σκηνής. Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στους ηθοποιούς που μας προσφέρουν και θα προσφέρουν σίγουρα και στο κοινό στιγμές πραγματικής θεατρικής μέθεξης», λέει ανάμεσα σε άλλα, ως προς το τι απεκόμισε μέσα από τη διαδικασία δημιουργίας της νέας παράστασης.

Παράλληλα, δίνει μια γερή πρόγευση για όσα σχεδιάζει μελλοντικά, ανάμεσα στα οποία είναι το ανέβασμα της ιψενικής «Αγριόπαπιας» από την νέα σεζόν, όσο και την επιθυμία να μεταφέρει κάποιο ακόμα μυθιστόρημα της γνωστής καραγατσικής τριλογίας στο σανίδι. Εμείς απλά ανυπομονούμε!

– Ο «Θερισμός», το νέο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Θέλετε να μας το συστήσετε με τη δική σας ματιά;
Κατ’ αρχήν δεν είχα διαβάσει το έργο πριν. Εκτιμώ ιδιαίτερα τον Δημητριάδη. Άλλωστε στο παρελθόν είχα ασχοληθεί με το μονόλογο της «Λήθης» και είναι η δεύτερη φορά που σκηνοθετώ κείμενό του. Μόλις το διάβασα αφού μου το πρότεινε το Εθνικό, μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον και λόγω του θέματος, αλλά και λόγω μιας αλλαγής που παρατήρησα στην γραφή του. Υπάρχει μια μετατόπιση προς κάτι πιο ελαφρό, θα έλεγα. Αλλά μόνο σε ένα επιφανειακό στάδιο.

Η υπόθεση είναι απλή: Πέντε αστοί βρίσκονται για διακοπές στο Ακαπούλκο, χωρίς να προσδιορίζεται το πότε, στο χώρο ενός resort και κάνουν ηλιοθεραπεία, πίνουν κοκτέιλς, ακούν lounge μουσική και όλα κινούνται στο ρυθμό των διακοπών. Υπάρχουν όμως παράλληλα, συνεχείς παρεμβολές σε αυτήν την «ονειρική» πραγματικότητα, από τηλεφωνήματα που έρχονται από την Ελλάδα. Τα τηλεφωνήματα γίνονται από τα τέκνα τους, μιας και έχουμε δύο ζευγάρια και μια μόνη γυναίκα, τα οποία καλούν συνεχώς και διαπιστώνουμε πως τα παιδιά αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Ταυτόχρονα, η μοναχική γυναίκα ανταλλάσει κλήσεις με έναν αόρατο εραστή, με τον οποίο αντιμετωπίζει δυσκολίες. Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω τι γίνεται στο τέλος, αλλά αυτή είναι γενικά η συνθήκη.

Θα έλεγα ότι το έργο είναι ένα ενδιαφέρον υβρίδιο, ανάμεσα σε διαφορετικά θεατρικά είδη. Υπάρχουν στοιχεία από θέατρο του παραλόγου, από Μπέκετ, από Δημητριάδη αυτούσιο, αλλά και από κωμωδία ή φάρσα, ακόμα και από βοντβίλ, τα οποία δημιουργούν έναν «Θεατρικό Φρανκενστάιν» και αυτό είναι πολύ προκλητικό για έναν σκηνοθέτη ώστε να φτιάξει μια ενδιαφέρουσα παράσταση.

Διαβάζοντάς το, είχε μια αίσθηση ελαφράδας ή κωμικότητας και στην πράξη διαπιστώνω ότι αυτά τα στοιχεία υποχωρούν μπροστά σε κάτι πολύ βαθύτερο. Υπάρχει μια βαθιά κατανόηση και συμπόνοια για τον σύγχρονο άνθρωπο, όπως και μια υπαινικτικότητα όσον αφορά το τέλος των θεωριών, το τέλος των φιλοσοφιών και το τέλος του πολιτισμού. Αυτή η παραδοχή βεβαίως, δεν γίνεται χωρίς αίμα. Αυτό υπαινίσσεται συνεχώς ο Δημητριάδης. Όπως ακόμα και για τα πάθη μας: πόσο παρόντα είναι στην τελική μας πτώση.

– Πώς επιλέξατε να αναδείξετε σκηνοθετικά το κείμενο; Τι σας κέρδισε ιδιαίτερα σε αυτό;
Νομίζω ότι στην πράξη πάνω, αυτό που φάνηκε να με ελκύει είναι ακριβώς η μίξη των ειδών, το πέρασμα από ατμόσφαιρα σε ατμόσφαιρα, με μια ρευστότητα. Δηλαδή το πώς μπερδεύονται τα πράγματα, έτσι ώστε να μην ξέρεις με τι είδους θέατρο έχεις να κάνεις. Με ιντρίγκαρε πολύ. Θα έλεγα ότι κάτι που μου αρέσει γενικά στην δραματουργία του Δημητριάδη,  είναι ότι παρά την φαινομενική σκληρότητα, υπάρχει μεγάλη ανθρωπιά και παρότι ο ίδιος μπορεί να με κακίσει, μου αρέσει ο θεολογικός Δημητριάδης, δηλαδή αυτή η κρυφή και εντελώς παράλογη προσδοκία για ανάσταση, που ενυπάρχει μέσα στην δραματουργία του, αν και ο ίδιος δηλώνει άθεος. Με ελκύει λοιπόν, το βαθιά ανθρώπινο που υπάρχει στη διαπίστωση της μικρότητάς μας. Και αυτό θέλησα να αναδείξω: την διαπίστωση της μικρότητας.

– Τι ακριβώς σημαίνει ο «Θερισμός» στην αινιγματική αυτή ιστορία που στήνεται σε ένα φαινομενικά ξέγνοιαστο σκηνικό;
Νομίζω ότι είναι ένα λογοπαίγνιο. Ο «Θερισμός» παραπέμπει κατευθείαν στον «Παραθερισμό». Είναι όλοι παραθεριστές που υφίστανται «θερισμό», που όπως καταλαβαίνουμε είναι ο θάνατος, που είναι πανταχού παρών στα έργα του Δημητριάδη και που τελικώς για αυτόν τον «θερισμό» παρακαλούν οι ήρωες, αλλά δεν έρχεται. Αυτό είναι ένα στοιχείο του έργου: ο θάνατος ως λυτρωτής.

– Διαβάζουμε στο Δελτίο Τύπου για το συμβολικό «Τέλος του πολιτισμού», όπως το αναφέρατε και εσείς νωρίτερα. Πώς αναδύεται ως έννοια μέσα από την παράσταση και τι σκέψεις σας γεννά μια τέτοια φράση;
Κοιτάξτε, μέσα στο έργο, χρησιμοποιούνται διάφορες θεωρίες από πολύ σημαντικές και βαθύτατα φιλοσοφικές, όπως του Λάο Τσε, μέχρι ας πούμε τον «Υπεράνθρωπο». Υπάρχει ένα μείγμα φιλοσοφικών θεωρήσεων, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους πρωταγωνιστές περισσότερο ως «τσιτάτα». Δηλαδή, περισσότερο ως ο ευτελισμός της φιλοσοφικής θεωρίας, παρά ως πραγματική διάθεση φιλοσοφίας. Αυτό λοιπόν, σε σημεία μπερδεύεται ακόμα και με την αστρολογία. Είναι μια απτή απόδειξη για το πόσο ανάπηρες και πόσο λίγες έχουν φανεί οι θεωρίες αυτές και πόσο λίγο μας έχουν βοηθήσει να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε με γαλήνη το Τέλος. Αυτό εξέλαβα προσωπικά από το έργο. Τη δυσκολία του να αντιληφθείς ότι καμία φιλοσοφική άποψη δε μπορεί να σε βοηθήσει.

– Ποια γνωρίσματα της γραφής του Δημητριάδη εκτιμάτε ιδιαίτερα, δεδομένου ότι όπως είπαμε και πριν, έχετε καταπιαστεί και με άλλα κείμενά του κατά καιρούς;
Θα έλεγα ότι στην πολύ καλή τους εκδοχή, τα έργα του είναι εξαιρετικά ενοχλητικά, όπως οφείλει να είναι το θέατρο. Και αυτή την ενοχλητική πλευρά του, την έχουμε ελαφρώς ξεχάσει, με το πρόσχημα ότι είμαστε σε κρίση, ότι δεν θέλουμε να ακούμε δυσάρεστα, να ξεσκάσουμε λίγο, να σκεφτόμαστε λίγο, όλα από λίγο, με αποτέλεσμα μια γενικότερη αφασία, στην οποία χωράει μπόλικος πειραματισμός, αλλά ελάχιστος χώρος δίνεται στην οδύνη. Η πραγματική οδύνη και η πραγματική αποδοχή, είναι βασικά συστατικά της θεατρικής γραφής του Δημητριάδη, όπως και η αποδοχή του σώματος, δηλαδή της φθαρτότητας. Πιο συγκεκριμένα, του θεομένου σώματος. Για αυτό και λέω ότι με ενδιαφέρει ο θεολογικός Δημητριάδης, γιατί υπάρχει μια διαρκής αίσθηση ότι το σώμα για εκείνον είναι ο Θεός. Το κέλυφος το οποίο κουβαλάμε, το σαρκίο μας, θα ‘πρεπε να είναι θεϊκό. Αυτή η επιθυμία για θέωση μέσα από το σώμα και την αμαρτία ή τη διαστροφή, είναι κάτι εξαιρετικά ισχυρό στις δημιουργίες του. Νομίζω ότι το κοινό και ιδίως σε ένα Εθνικό Θέατρο, πρέπει να εξοικειώνεται με αυτού του είδους τη δραματουργία, παρότι κατανοώ ότι δεν είναι κάτι ιδιαιτέρως δημοφιλές. Με όρους εμπορικότητας, δεν θα χαρακτηριζόταν εμπορικό. Το Εθνικό Θέατρο όμως, θα έπρεπε να διαπαιδαγωγεί αναλόγως και ο Δημητριάδης είναι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους της ελληνικής θεατρικής γραφής.

 

– Επιστρέφετε μετά από χρόνια στο Εθνικό ως σκηνοθέτης, με μία άκρως επιτυχημένη πορεία στο Ελεύθερο Θέατρο. Πώς είναι για έναν καλλιτέχνη, αλλά και καλλιτεχνικό διευθυντή να καλείται να δημιουργήσει σε έναν κρατικό οργανισμό;
Εγώ όποτε σκηνοθετώ, είτε είναι στο δικό μου θέατρο, είτε σε άλλο, δεν μπορώ παρά να το πάρω απολύτως προσωπικά. Το «πού» για μένα λίγη σημασία έχει. Προσωπικά δίνω βάση στο «τι» και «με ποιους». Άρα για μένα είναι μια εξαιρετικά ευτυχής συνθήκη το γεγονός ότι συνεργάζομαι με αυτούς τους έξοχους καλλιτέχνες οι οποίοι είναι ένας και ένας, εξαιρετικά διαθέσιμοι, εξαιρετικά ευαίσθητοι, δεξιοτέχνες στον χειρισμό των ψυχικών τους μεταβάσεων και φυσικά πρόκειται για ισχυρούς συνεργάτες. Κάτι που θεωρώ προσωπική ευλογία. Το γεγονός ότι δεν έχουμε πάρα πολύ χρόνο για πρόβα – είναι μόνο οκτώ εβδομάδες μέχρι την πρεμιέρα -, ενδεχομένως να στερεί από την παράσταση ορισμένες δοκιμές που θα μπορούσαν να την καταστήσουν μια πιο ελεύθερη, αυτοσχεδιαστική εκδοχή του ίδιου πράγματος. Όμως, γενικά βλέπω πάντα την παράσταση ως μια μορφή επικοινωνίας, η οποία προκύπτει μέσα στην δεδομένη συνθήκη. Για την συγκεκριμένη συνθήκη λοιπόν, θεωρώ ότι η κατάσταση είναι άριστη. Από εκεί και πέρα, οι όποιες δυσκολίες σχετίζονται με την κρίση, με την οικονομική ανέχεια ή τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένας κρατικός οργανισμός, για μένα λίγη σημασία έχουν, μπροστά στη δοτικότητα και την επιθυμία μας να δημιουργήσουμε κάτι.

– Υπάρχουν κάποια δραματουργικά είδη με τα οποία θα θέλατε ιδανικά να καταπιαστείτε στο άμεσο μέλλον και δεν έχετε αναμετρηθεί ακόμα;
Συνήθως μου αρέσει να βλέπω τα πράγματα ένα-ένα. Και τώρα εστιάζω στο επόμενο. Πρόκειται για έναν συγγραφέα τον οποίο δεν έχω σκηνοθετήσει ποτέ, είναι ο πατέρας του σύγχρονου θεάτρου, ο Ίψεν. Άρα, όλη μου η μέριμνα αυτή τη στιγμή, βρίσκεται εκεί. Φυσικά και θα ήθελα να σκηνοθετήσω και άλλα πράγματα, άλλους συγγραφείς, μα δε μου αρέσει να τα σκέφτομαι όλα μαζί. Κάθε φορά αφοσιώνομαι σε κάτι. Δεν σας κρύβω ότι με απασχολεί και ο Καραγάτσης, γιατί η «Χίμαιρα» μου άνοιξε κάποιες πόρτες για το πώς βλέπω το σύνολο των μυθιστορημάτων του και ενδεχομένως να θέλω να συνομιλήσω ξανά στο μέλλον με αυτό. Η υπόθεση των ξένων, του πώς βλέπουν την Ελλάδα ή πώς βλέπει η Ελλάδα αυτούς, εμένα προσωπικά με αφορά πάρα πολύ, λόγω και της διπλής μου υπηκοότητας. Γενικά ίσως θα ήθελα να ολοκληρώσω την τριλογία που συγκροτούν ο Γιούγκερμαν, ο Λιάπκιν και η Χίμαιρα. Τώρα ανοίξαμε το ένα κεφάλαιο, αλλά μελλοντικά ίσως ασχοληθώ με κάποιο ακόμα από αυτά.

– Σας ευχαριστώ πολύ!
Εγώ σας ευχαριστώ!

Πηγή: culturenow.gr
Αρθρογράφος: Αναστασία Ρίζου
Ημερομηνία: 20/3/17